Ψυχική υγεία στην εποχή της εξάντλησης: δέκα θέσεις για ένα νέο κίνημα

Φωτογραφία: Μαρίνα Κότσαλη

«Κι είναι αλήθεια πως, αν δεν ζει και δεν αγαπά κανείς μέσα στα χαρακώματα, είναι δύσκολο να θυμάται ότι ο πόλεμος ενάντια στην απανθρωποποίηση δεν σταματά ποτέ.» Audre Lorde – Sister Outsider (1984, σ. 119)

Εισαγωγικό σχόλιο

Η παρούσα συγκυρία αναδεικνύει τις θεμελιώδεις αλλαγές που συμβαίνουν στην προσωπική, την επαγγελματική και την πολιτική διάσταση της ζωής μας. Το παρόν κείμενο αποτελεί μια προσπάθεια να συμπυκνώσει σε έναν συγκεκριμένο κατάλογο δέκα σημείων τις βασικές προτεραιότητες σε ερευνητικό και θεραπευτικό επίπεδο για το κίνημα της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα. Φυσικά, εφόσον ένα τόσο σύνθετο πεδίο δεν μπορεί να χωρέσει σε δέκα σημεία, δεν πρόκειται για έναν πλήρη ή οριστικό κατάλογο.  Πρόκειται περισσότερο για μια πρόσκληση σε συζήτηση με βασικό στόχο την πιο συστηματική κριτική των κυρίαρχων ψ-θεσμών αλλά και τη διερεύνηση εναλλακτικών πέρα από ξεπερασμένα και σε μεγάλο βαθμό παραπλανητικά δίπολα.

1. Τα ζητήματα της ψυχικής υγείας είναι πλέον πλειοψηφικά ζητήματα

    Η παλιά διάκριση ανάμεσα σε μια «υγιή» κοινωνική πλειοψηφία και μια μειοψηφική «τρέλα» ή «παθολογία» είναι ανεπαρκής για να περιγράψει τη σημερινή πραγματικότητα. Η ψυχική δυσφορία δεν αφορά μόνο όσους βρίσκονται εντός του ψυχιατρικού συστήματος ή φέρουν κάποια διάγνωση. Αφορά τον εργαζόμενο που εξαντλείται μέσα στον ανταγωνισμό και την επισφάλεια, τον νέο άνθρωπο που αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον, την εξουθενωμένη φροντίστρια του ασθενούς με χρόνιο νόσημα, τη μαθήτρια που δίνει πανελλήνιες εξετάσεις, την ηλικιωμένη που βιώνει μοναξιά, τον μετανάστη, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που ζουν σε έναν κόσμο έξαλλου φασισμού και μίσους, και τη γυναίκα που κακοποιείται και κινδυνεύει. Το κίνημα της ψυχικής υγείας χρειάζεται να αναγνωρίσει αυτή τη μετατόπιση με αίσθημα ευθύνης.

    2. Το κίνημα χρειάζεται μια θεωρία της ατομικής αλλαγής και ανάκαμψης

    Για πολλά χρόνια, ένα βασικό επιχείρημα του κριτικού χώρου ήταν ότι η προσωπική ανάκαμψη προϋποθέτει κοινωνική αλλαγή. Αυτό παραμένει σωστό. Δεν μπορούμε να μιλάμε σοβαρά για ψυχική ευημερία μέσα σε συνθήκες φτώχειας, αποκλεισμού, ρατσισμού, εργασιακής εξουθένωσης και κοινωνικής απομόνωσης.

    Ωστόσο, αυτή η θέση από μόνη της δεν αρκεί. Το κίνημα χρειάζεται επίσης θεωρίες, γλώσσες και πρακτικές που να εξηγούν πώς οι άνθρωποι αλλάζουν, πώς ανακάμπτουν, πώς ξαναχτίζουν σχέσεις, πώς βρίσκουν νόημα, πώς μετασχηματίζουν την καθημερινή τους ζωή.  Χρειαζόμαστε μια προσέγγιση που να μπορεί να κρατήσει μαζί το ατομικό και το συλλογικό, χωρίς να θυσιάζει το ένα στο άλλο. Τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα και οι σπουδές αναπηρίας μπορούν να προσφέρουν πολύτιμα μαθήματα σχετικά με αυτήν την προτεραιότητα.

    3. Το δίλημμα με ή χωρίς χάπια είναι ψευδοδίλημμα

    Η συλλήβδην και επιφανειακή απόρριψη της φαρμακολογικής διαχείρισης αποδυναμώνει, αντί να ενισχύει, την κριτική μας. Για κάποιους ανθρώπους, τα ψυχιατρικά φάρμακα καλύπτουν ανάγκες των οποίων την ύπαρξη δεν μπορούμε να αρνηθούμε. Για άλλους, υπήρξαν πηγή βλάβης, εξάρτησης, αδράνειας ή απώλειας ελέγχου πάνω στο σώμα και τη ζωή τους. Καμία από αυτές τις εμπειρίες δεν πρέπει να ακυρώνει την άλλη και θα ήταν αφελές να πιστεύουμε ότι έχουμε τις λύσεις για όλα τα προβλήματα.

    Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς αν είμαστε «υπέρ» ή «κατά» των φαρμάκων. Το πραγματικό ερώτημα είναι πώς η φαρμακοθεραπεία κατέληξε να αποτελεί την κυρίαρχη, και συχνά τη μόνη διαθέσιμη ή ακόμα και επιθυμητή απάντηση στην ψυχική δυσφορία. Αυτό απαιτεί ιστορική, οικονομική, ανθρωπολογική, επιδημιολογική και πολιτική ανάλυση. Απαιτεί επίσης να ακούσουμε σοβαρά τις εμπειρίες των ίδιων των ανθρώπων: όσων βοηθήθηκαν, όσων υπέστησαν βλάβες, όσων δεν είχαν ποτέ πραγματική δυνατότητα επιλογής.

    4. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι εξ ορισμού πιο απελευθερωτική από τις πρακτικές της ψυχιατρικής

    Η κριτική στον ψυχιατρικό εγκλεισμό, στον καταναγκασμό και στη φαρμακολογική διαχείριση της οδύνης παραμένει αναγκαία. Ωστόσο, δεν πρέπει να οδηγεί σε μια άκριτη εξιδανίκευση της ψυχοθεραπείας. Οι ψυχοθεραπευτικές πρακτικές δεν είναι από τη φύση τους απελευθερωτικές. Μπορούν και αυτές να λειτουργήσουν πειθαρχικά, κανονιστικά και ιδεολογικά.

    Μια θεραπεία που μεταφράζει κάθε κοινωνική αντίφαση σε ατομικό πρόβλημα προσαρμογής δεν είναι απελευθερωτική. Μια θεραπεία που ζητά από τον άνθρωπο απλώς να αντέξει καλύτερα την εκμετάλλευση, τη μοναξιά ή την επισφάλεια δεν είναι ουδέτερη. Το κίνημα της ψυχικής υγείας χρειάζεται να ασκήσει κριτική όχι μόνο στην ψυχιατρική εξουσία, αλλά και στις ψυχολογικές και ψυχοθεραπευτικές μορφές εξουσίας που συχνά εμφανίζονται με πιο ήπιο και ανθρωπιστικό προσωπείο.

    5. Το κίνημα πρέπει να ανοίξει τις πόρτες του σε άλλες κατηγορίες ψυχικών εμπειριών όπως η νευροδιαφορετικότητα, οι εξαρτήσεις και η παθολογικοποίηση της παιδικής ηλικίας

    Η ταύτιση του κινήματος αποκλειστικά με την αντίσταση στον ψυχιατρικό εγκλεισμό είναι πλέον ανεπαρκής. Ο εγκλεισμός παραμένει κεντρικό ζήτημα, αλλά δεν εξαντλεί το πεδίο της ψυχικής υγείας. Χρειάζεται να ανοίξουμε τη συζήτηση στη νευροδιαφορετικότητα, στις εξαρτήσεις, στις διατροφικές δυσκολίες,  στην παθολογικοποίηση της παιδικής ηλικίας, στις εμπειρίες των φροντιστών, αλλά και στις μορφές ψυχικής οδύνης που δεν χωρούν εύκολα σε υπάρχουσες κατηγορίες.

    Αυτό δεν συνεπάγεται ομογενοποίηση των ψυχικών εμπειριών. Σημαίνει να δημιουργήσουμε έναν ευρύτερο χώρο συνάντησης, όπου διαφορετικές εμπειρίες μπορούν να συνομιλήσουν χωρίς να ιεραρχούνται αυθαίρετα. Το κίνημα χρειάζεται να γίνει πιο πορώδες, πιο ανοιχτό, πιο ικανό να ακούει εμπειρίες που μέχρι τώρα βρίσκονταν στο περιθώριό του.

    6. Το κίνημα χρειάζεται να επεξεργαστεί εκ νέου τις θέσεις του με βάση τον μετασχηματισμό της εργασίας στον 21ο αιώνα

    Πολλά από τα εννοιολογικά εργαλεία του κριτικού κινήματος αναπτύχθηκαν σε άλλες ιστορικές συνθήκες: στο εργοστάσιο, στο άσυλο, στο νοσοκομείο, στο κράτος πρόνοιας, στην πειθαρχική κοινωνία με τις διάφορες μορφές της. Η αξία αυτών των εργαλείων παραμένει σημαντική. Όμως δεν αρκούν για να κατανοήσουμε πλήρως τις σημερινές μορφές ψυχικής δυσφορίας.

    Η εργασία έχει μετασχηματιστεί ριζικά. Η επισφάλεια, η διαρκής αξιολόγηση, η τηλεργασία, η ψηφιακή επιτήρηση, η απαίτηση για μόνιμη διαθεσιμότητα, η σύγχυση ανάμεσα σε προσωπικό και επαγγελματικό χρόνο,  και η κουλτούρα της ατομικής ευθύνης παράγουν νέες μορφές άγχους, εξάντλησης και αποξένωσης. Το κίνημα της ψυχικής υγείας δεν μπορεί να μιλά για την οδύνη του παρόντος με εργαλεία που δεν αγγίζουν αυτές τις πραγματικότητες.

    7. Δεν υπάρχει ψυχική ανάκαμψη χωρίς το σώμα

    Η κριτική στον βιολογικό αναγωγισμό δεν πρέπει να μας οδηγήσει σε έναν αντίστροφο αναγωγισμό, όπου το σώμα εξαφανίζεται. Το σώμα δεν είναι απλώς το αντικείμενο της ιατρικής εξουσίας. Είναι ο τόπος όπου βιώνεται η οδύνη, η αντοχή, η επιθυμία, η εξάντληση και η δυνατότητα ανάκαμψης. Ένα σύγχρονο κίνημα ψυχικής υγείας χρειάζεται να ξαναβάλει το σώμα στο επίκεντρο, χωρίς να το παραδίδει αποκλειστικά στη φαρμακολογία.

    8. Χρειαζόμαστε έρευνα για καλύτερες υπηρεσίες, όχι μόνο για καλύτερα φάρμακα

    Ένα μεγάλο μέρος της έρευνας στην ψυχική υγεία οργανώνεται γύρω από το ερώτημα της αποτελεσματικότητας των φαρμάκων ή των επιμέρους θεραπευτικών τεχνικών. Αυτό είναι σημαντικό, αλλά δεν αρκεί. Χρειαζόμαστε εξίσου σοβαρή έρευνα για το πώς οι ίδιες οι υπηρεσίες μπορούν να γίνουν πιο ανθρώπινες, πιο προσβάσιμες, πιο ελκυστικές και πιο χρήσιμες για τους ανθρώπους που τις χρειάζονται.

    Γιατί πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν τις υπηρεσίες; Γιατί άλλοι εγκαταλείπουν τη θεραπεία; Πώς βιώνουν οι άνθρωποι την πρώτη επαφή με ένα κέντρο ψυχικής υγείας, ένα νοσοκομείο, έναν κοινωνικό λειτουργό, έναν ψυχίατρο, έναν ψυχολόγο; Ποιες μορφές φροντίδας εμπνέουν εμπιστοσύνη και ποιες αναπαράγουν φόβο, ντροπή και απόσταση; Αυτά δεν είναι δευτερεύοντα ερωτήματα. Είναι υπαρξιακά ερωτήματα για την ίδια τη δυνατότητα της φροντίδας.

    9. Η υπερδιάγνωση τραύματος και οι διάφορες ταμπέλες πιθανώς οδηγούν σε νέες μορφές παθολογικοποίησης

    Οι διαγνώσεις δεν είναι εξ ορισμού άχρηστες ή επιβλαβείς. Για κάποιους ανθρώπους μπορεί να προσφέρουν μια γλώσσα κατανόησης, αναγνώρισης, και πρόσβασης σε υπηρεσίες και μια αίσθηση ότι η εμπειρία τους δεν είναι πέραν κάθε περιγραφής. Ταυτόχρονα, η υπερδιάγνωση και η επέκταση της ψυχολογικής γλώσσας σε κάθε πλευρά της ζωής μπορεί να οδηγήσει σε νέες μορφές παθολογικοποίησης.

    Κάτι παρόμοιο ισχύει και για το τραύμα. Η στροφή προς το τραύμα υπήρξε σημαντική, επειδή αμφισβήτησε τον αφελή βιολογικό αναγωγισμό και έφερε στο προσκήνιο τη βία, την κακοποίηση, την απώλεια και τις κοινωνικές διαστάσεις της οδύνης. Ωστόσο, όταν το τραύμα μετατρέπεται σε μόνιμη ταυτότητα ή σε καθολική εξήγηση των πάντων, μπορεί να εγκλωβίσει το άτομο σε μια θέση διαρκούς βλάβης. Το ζητούμενο δεν είναι να αρνηθούμε το τραύμα, αλλά να μην το μετατρέψουμε σε ισόβια δεσμά.

    10. Η  σύγχρονη πόλη και η κλιματική κρίση είναι ζητήματα ψυχικής υγείας

    Η ψυχική υγεία στον 21ο αιώνα δεν μπορεί να αποκοπεί από τον χώρο στον οποίο ζούμε. Η ζωή στις πόλεις, η στεγαστική κρίση, η έλλειψη δημόσιων χώρων, η ηχορύπανση, η μοναξιά, οι μετακινήσεις, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η απουσία κοινότητας διαμορφώνουν καθημερινά τις δυνατότητες και τα όρια της ψυχικής ευημερίας.

    Παράλληλα, η κλιματική κρίση δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό ή οικονομικό ζήτημα. Είναι και ψυχικό, υπαρξιακό και κοινωνικό ζήτημα. Ο φόβος για το μέλλον, η απώλεια τόπων, η οικολογική θλίψη, οι ανισότητες στην έκθεση στις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και η αίσθηση συλλογικής αδυναμίας θα γίνουν όλο και πιο κεντρικά στοιχεία της ψυχικής ζωής. Το κίνημα της ψυχικής υγείας χρειάζεται να συνδέσει την ατομική φροντίδα με την υπεράσπιση των κοινών αγαθών: της κατοικίας, του δημόσιου χώρου, της κοινότητας, του περιβάλλοντος και της δυνατότητας να φανταζόμαστε ένα βιώσιμο μέλλον.

    Συμπερασματικά

    Το κίνημα της ψυχικής υγείας δεν μπορεί να αρκεστεί στη νοσταλγία των παλιών του βεβαιοτήτων. Η κριτική στον εγκλεισμό, στον καταναγκασμό, στον βιολογικό αναγωγισμό και στην ψυχιατρική εξουσία παραμένει αναγκαία. Αλλά δεν είναι πλέον αρκετή.

    Χρειαζόμαστε ένα κίνημα που να μπορεί να μιλήσει για την εργασία, την πόλη, το σώμα, την παιδική ηλικία, τις εξαρτήσεις, τη νευροδιαφορετικότητα, το τραύμα, τη φτώχεια, την κλιματική κρίση και την ανάγκη για πραγματικά ελκυστικές υπηρεσίες φροντίδας. Ένα κίνημα που δεν θα επιλέγει ανάμεσα στο ατομικό και το κοινωνικό, αλλά θα επιμένει ότι η ψυχική ζωή διαμορφώνεται ακριβώς στη μεταξύ τους σχέση. Για αυτό το κίνημα αγωνιζόμαστε.

    πρόσφατα