
Εισαγωγικό σχόλιο της συντακτικής ομάδας του Mad in Greece: Επιλέξαμε να δημοσιεύσουμε τη μετάφραση αυτού του άρθρου του ιδρυτή του Mad in America στο Mad in Greece γιατί ανοίγει μια κρίσιμη συζήτηση γύρω από την ψυχιατρική εξουσία, τη φαρμακοκεντρική προσέγγιση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται δημόσια οι κριτικές φωνές απέναντι στο κυρίαρχο ψυχιατρικό παράδειγμα. Ταυτόχρονα, αποτελεί ένα έξοχο παράδειγμα για το πώς μπορούμε να αντιπαρατεθούμε με αντίστοιχα επιχειρήματα σε παρόμοιες επιθέσεις των εν Ελλάδι υπερασπιστών της κυρίαρχης ψυχιατρικής και ψυχολογίας.
Εδώ και αρκετά χρόνια, ο ψυχίατρος Awais Aftab έχει καλλιεργήσει τη δημόσια εικόνα ενός ανθρώπου που ασκεί ανοιχτόμυαλη κριτική στο επάγγελμά του. Ως εκ τούτου, είναι τώρα τακτικά το πρόσωπο στο οποίο στρέφονται συχνά τα μέσα ενημέρωσης όταν συζητούν την αμφισβήτηση των ψυχιατρικών θεραπειών και των διαγνώσεων. Ωστόσο, αυτή η δημόσια περσόνα του συσκοτίζει το γεγονός ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα του επαγγέλματός του, προστατεύοντας την εξουσία του πάνω σε αυτόν τον τομέα της ζωής μας, και το κάνει τακτικά επιτιθέμενος στους επικριτές της ψυχιατρικής.
Κανονικά δεν δίνω σημασία στα γραπτά του, αλλά η τελευταία του δημοσίευση με τίτλο «Η σαζιανή (σ.σ. αναφορά στον γνωστό αντιψυχίατρο Thomas Szasz) καρδιά της ψυχιατρικής του MAHA (σ.σ. αναφορά στο κίνημα Make America Healthy Again κατά το MAGA, Make America Great Again)», έρχεται σε μια στιγμή που η συζήτηση για την αξία των ψυχιατρικών φαρμάκων έχει μπει στην επικαιρότητα, και έτσι νομίζω ότι θα ήταν χρήσιμο να γράψω μια απάντηση. Μου δίνει την ευκαιρία να διευκρινίσω τη φύση της «κριτικής» στην ψυχιατρική από πλευράς του Mad in America (MIA) και ταυτόχρονα να δώσω στους αναγνώστες τη δυνατότητα να δουν, μέσω μιας αποδόμησης της ανάρτησής του, τις ρητορικές μεθόδους που χρησιμοποιεί όταν υπερασπίζεται την ψυχιατρική από τους «κριτές» της.
Τα πράγματα εκτυλίχθηκαν ως εξής: Στις 4 Μαΐου, το Ινστιτούτο MAHA φιλοξένησε μια ημερίδα με τίτλο «Σύνοδος για την ψυχική υγεία και την υπερ-ιατρικοποίηση», η οποία οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό από την Laura Delano και την οργάνωσή της Inner Compass. Στο τέλος της εκδήλωσης, ο Robert F. Kennedy Jr, υπουργός Υγείας των ΗΠΑ, ανακοίνωσε ότι θα προσπαθήσει να περιορίσει την υπερβολική χρήση ψυχιατρικών φαρμάκων και να παρέχει υποστήριξη στους ασθενείς για να μειώσουν με ασφάλεια την αγωγή τους, καθώς και να προωθήσει μη φαρμακευτικές θεραπείες.
Οι New York Times δημοσίευσαν στη συνέχεια ένα άρθρο του Daniel Bergner στις 15 Μαΐου με τίτλο «Η παράξενη συμμαχία που προσπαθεί να αναμορφώσει την ψυχιατρική». Προσέγγισε την εκδήλωση της 4ης Μαΐου με ερευνητική διάθεση, αντί να τη καταδικάσει, και επικοινώνησε μαζί μου για να ρωτήσει τι πιστεύω για το γεγονός. Του είπα ότι επικροτώ τη Laura για τις προσπάθειές της να «ανοίξει μια ρωγμή στην αφήγηση» που προβάλλει η αμερικανική ψυχιατρική, αλλά είπα επίσης ότι η περιγραφή του προβλήματος ως «υπερ-ιατρικοποίηση» ήταν λάθος. Η προσθήκη του «υπερ» υποδηλώνει ότι το πρόβλημα με την ψυχιατρική φροντίδα σήμερα είναι απλά θέμα υπερβολής – υπερβολικά πολλοί άνθρωποι διαγιγνώσκονται και αντιμετωπίζονται με φάρμακα, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επικύρωση του νοσοκεντρικού μοντέλου φροντίδας. Δεν χρειάζεται μια μεταρρύθμιση του νοσοκεντρικού μοντέλου, είπα στον Bergner, αλλά μάλλον μια αλλαγή παραδείγματος στην ψυχιατρική φροντίδα.
Αυτή η θέση αποτύπωνεται στους στόχους του MIA όπως αναφέρονται στην ιστοσελίδα μας.
Η αποστολή του Mad in America είναι να λειτουργήσει ως καταλύτης για να ξανασκεφτούμε την ψυχιατρική φροντίδα στις ΗΠΑ (και στο εξωτερικό). Πιστεύουμε ότι το τρέχον φαρμακοκεντρικό παράδειγμα φροντίδας έχει αποτύχει στην κοινωνία μας, και ότι η επιστημονική έρευνα, καθώς και η βιωμένη εμπειρία εκείνων που έχουν διαγνωστεί με ψυχιατρική διαταραχή, απαιτούν βαθιά αλλαγή.
Στη συνέχεια, στις 16 Μαΐου, ο Aftab έκανε μια ανάρτηση ως απάντηση στο άρθρο του Bergner και παρακάτω θα εστιάσω στα σημεία που σχετίζονται με εμένα προσωπικά και το MIA.
Ο τίτλος και η εισαγωγική παράγραφος
Ο τίτλος της ανάρτησης του Aftab είναι «Η σαζιανή καρδιά της ψυχιατρικής του MAHA» και η πρώτη του παράγραφος αναφέρει ότι το άρθρο των NY Times «συσκοτίζει αυτό που είναι πιο χαρακτηριστικό και πιο αμφισβητήσιμο σχετικά με την ψυχιατρική κριτική της σχολής Moncrieff-Whitaker-Delano».
Τώρα, πρέπει να ομολογήσω ότι ήμουν αρκετά έκπληκτος που βρήκα το όνομά μου στην αρχική παράγραφο μιας ανάρτησης με αυτόν τον τίτλο. Τι στην ευχή έκανα εκεί;
Το υπονοούμενο, φυσικά, είναι ότι έχω συμβάλει στην ψυχιατρική του MAHA (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό) και ότι είμαι ακόλουθος του Szasz, ενός ψυχιάτρου που έγραψε τον Μύθο της Ψυχικής Ασθένειας πριν από περισσότερα από 60 χρόνια. Και οι δύο αυτές συσχετίσεις λειτουργούν ώστε να απαξιώσουν εξαρχής τους «κριτικούς», σαν να προέρχεται η κριτική από την πολιτική του MAHA και από μια άρνηση ότι οι ψυχικές διαταραχές είναι «πραγματικές». Πρόκειται για ένα κοινό ρητορικό τέχνασμα: ορίστε τον «αντίπαλό» σας με τρόπο που θα προκαλέσει περιφρόνηση, ανεξάρτητα από το αν ανήκει σε αυτό το στρατόπεδο.
Ακολουθούν μερικά βασικά στοιχεία που ο Aftab θα μπορούσε να είχε λάβει υπόψη πριν με αναφέρει στην εισαγωγική του παράγραφο. Δεν έχω καμία εμπλοκή με την πρωτοβουλία MAHA. Ενώ πιστεύω ότι μια συζήτηση στην κοινωνία σχετικά με την αξία των ψυχιατρικών φαρμάκων είναι πολύ αναγκαία, προσωπικά θεωρώ ότι το να γίνει αυτό υπό την ομπρέλα του MAHA είναι προβληματικό, καθώς η κριτική θα συγχέεται στην κοινή γνώμη με τις αντιεμβολιαστικές προσπάθειες του MAHA και την αντιεπιστημονική ατζέντα του Trump.
Όσον αφορά τον Szasz, ενώ έχω γράψει για τη θέση του στην ιστορία της ψυχιατρικής, ποτέ δεν υιοθέτησα τις ιδέες του από το βιβλίο του «Ο μύθος της ψυχικής ασθένειας» ως δικές μου. Εδώ είναι το συνηθισμένο μου σχόλιο για τις ψυχιατρικές διαταραχές: «Η βιολογία των ψυχιατρικών διαταραχών παραμένει άγνωστη». Είμαι αρκετά σίγουρος ότι υπάρχουν κάποιες βιολογικές οδοί για τα ψυχιατρικά συμπτώματα, και είμαι επίσης σίγουρος ότι τέτοιες δυσκολίες μπορεί να προκύψουν από αυτό που ονομάζουμε «κοινωνικούς προσδιοριστές» της υγείας – φτώχεια, έλλειψη στέγης, τραύμα, οικογενειακές δυσκολίες, κοκ.
Το δεύτερο πρόβλημα με την εισαγωγή του είναι ότι συνδέει και τους τρεις μας – Moncrieff, Whitaker, Delano – σαν να μοιραζόμαστε όλοι μια κοινή κριτική. Στην πραγματικότητα, ακολουθήσαμε διαφορετικούς δρόμους για να φτάσουμε στις κριτικές μας για την ψυχιατρική και δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύουμε ότι όλοι μοιραζόμαστε τις ίδιες κριτικές. Η Joanna Moncrieff είναι ψυχίατρος που ίδρυσε το Δίκτυο Κριτικής Ψυχιατρικής, το οποίο απαρτίζεται από ψυχιάτρους και άλλους επαγγελματίες, και η κριτική τους βασίζεται στην κλινική τους εμπειρία και την αποδόμηση της ερευνητικής βιβλιογραφίας (και της δικής τους δημοσιευμένης έρευνας). Η κριτική της Laura Delano βασίζεται στην προσωπική της εμπειρία ως ασθενής και στην εμπειρία χιλιάδων άλλων. Πράγματι, η Σύνοδος για την ψυχική υγεία και την υπερ-ιατρικοποίηση συμπεριέλαβε τις φωνές ανθρώπων που έχουν υποστεί σοβαρές βλάβες από ψυχιατρικές θεραπείες.
Ο δρόμος μου για να γίνω «κριτικός» της ψυχιατρικής προήλθε από την καριέρα μου ως δημοσιογράφος. Μετά την έκδοση του DSM III από την Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία το 1980, παρουσιάστηκε στον κόσμο μια αφήγηση μεγάλης προόδου, ότι οι ερευνητές είχαν ανακαλύψει ότι οι χημικές ανισορροπίες ήταν η αιτία των σοβαρών ψυχιατρικών διαταραχών και ότι τώρα είχαν φάρμακα για να διορθώσουν αυτές τις χημικές ανισορροπίες, όπως η ινσουλίνη για τον διαβήτη. Ωστόσο, όπως ανακάλυψα κατά την έρευνά μου τόσο για το Mad in America (2002) όσο και για το Anatomy of an Epidemic (2010), το ίδιο το σώμα των ερευνητικών ευρημάτων της ψυχιατρικής, το οποίο μπορούσε να βρεθεί σε μελέτες που χρηματοδοτήθηκαν από το Εθνικό Ινστιτούτο για την Ψυχική Υγεία (NIMH) κατά τη διάρκεια έξι δεκαετιών, έλεγε μια πολύ διαφορετική ιστορία.
Η ερευνητική βιβλιογραφία ανέφερε πώς η θεωρία της χημικής ανισορροπίας για τις ψυχικές διαταραχές είχε διερευνηθεί τη δεκαετία του 1980 και του 1990 και δεν είχε αποφέρει αποτελέσματα. Πράγματι, η βιβλιογραφία ανέφερε πώς τα ψυχιατρικά φάρμακα, αντί να διορθώσουν μια χημική ανισορροπία, διαταράσσουν τη φυσιολογική μετάδοση χημικών μηνυμάτων στον εγκέφαλο και ότι σε απάντηση αυτής της διαταραχής, οι νευρώνες περνούν από μια σειρά αντισταθμιστικών προσαρμογών στην προσπάθεια να διατηρήσουν μια «ομοιοστατική ισορροπία». Όπως έγραψε ο διευθυντής του NIMH, Steven Hyman, το 1996, στο τέλος αυτής της αντισταθμιστικής διαδικασίας, ο εγκέφαλος λειτουργεί με έναν τρόπο που είναι τόσο «ποσοτικά όσο και ποιοτικά διαφορετικός από το φυσιολογικό».
Όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα των ψυχιατρικών φαρμάκων, η ερευνητική βιβλιογραφία αναφέρει πώς τα SSRIs και τα άτυπα αντιψυχωσικά, τα οποία διαφημίζονταν ως «επαναστατικά φάρμακα» όταν πρωτοεμφανίστηκαν στην αγορά, παρέχουν πολύ μικρό όφελος βραχυπρόθεσμα, τόσο μικρό που η διαφορά μεταξύ φαρμάκου και εικονικού φαρμάκου δεν φτάνει στο επίπεδο μιας «ελάχιστης κλινικά σημαντικής διαφοράς». Όσον αφορά στον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό τους, υπάρχουν άφθονες αποδείξεις ότι τα ψυχιατρικά φάρμακα αυξάνουν τον κίνδυνο να γίνει ένα άτομο χρόνια άρρωστο και λειτουργικά εξασθενημένο. Στην πραγματικότητα, οι λίγοι ερευνητές που τόλμησαν να αναγνωρίσουν αυτή την επιδείνωση των αποτελεσμάτων έχουν επισημάνει την αντισταθμιστική προσαρμογή του εγκεφάλου στα φάρμακα, που είναι γνωστή ως «αντισταθμιστική ανοχή», ως πιθανή αιτία.
Έτσι, εν συντομία, τα δύο μου βιβλία οδήγησαν σε αυτό το συμπέρασμα: Η αμερικανική ψυχιατρική έχει παρουσιάσει στο κοινό ένα αφήγημα που βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τα ίδια της τα ερευνητικά ευρήματα. Αντί να επικοινωνεί με ειλικρίνεια αυτά τα ερευνητικά ευρήματα, η αμερικανική ψυχιατρική – ως θεσμός – διηγήθηκε μια ιστορία που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της και τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών. Όπως η Lisa Cosgrove και εγώ αναλύσαμε στο Ψυχιατρική υπό την επήρεια, αυτή αποτελεί μια κλασική περίπτωση «θεσμικής διαφθοράς».
Μετά την έκδοση του Anatomy of an Epidemic, μετέτρεψα την προσωπική μου ιστοσελίδα MIA σε διαδικτυακό περιοδικό με σκοπό να συνεχίσω αυτή τη δημοσιογραφική προσπάθεια, να δημοσιοποιήσω ερευνητικά ευρήματα που διαψεύδουν την αφήγηση που μας έχει πει η αμερικανική ψυχιατρική από τότε που δημοσίευσε το DSM III.
Όπως μπορεί να φανεί, η «κριτική» μου για την ψυχιατρική είναι το αποτέλεσμα μιας δημοσιογραφικής προσπάθειας, και ως τέτοια, δεν θεωρώ καν τον εαυτό μου «κριτικό» της ψυχιατρικής. Μπορείτε να το δείτε ακόμη και στους στόχους του MIA: είναι «η επιστημονική έρευνα, μαζί με τις φωνές εκείνων που έχουν βιωμένη εμπειρία, που καλεί για βαθιά αλλαγή».
Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι το MIA, ενώ απευθύνει αυτή την έκκληση για βαθιά αλλαγή, δημοσιεύει άρθρα που υποστηρίζουν ένα εύρος απόψεων σχετικά με τις αδυναμίες της ψυχιατρικής σήμερα και τις πιθανές λύσεις. Θέλουμε να είμαστε ένα φόρουμ για μια κοινωνική συζήτηση για να «ξανασκεφτούμε την ψυχιατρική». Ως απόδειξη αυτού, παρακαλώ ακούστε το πρόσφατο podcast του MIA Radio, το οποίο περιλάμβανε μια συνέντευξη με τον G. Eric Jarvis, έναν εξέχοντα ειδικό στην ψύχωση και αρχισυντάκτη του Transcultural Psychiatry. Ακόμα και μεταξύ των συντακτών του MIA, δεν υπάρχει κανένα καθορισμένο δόγμα με το οποίο να συμφωνούμε όλοι, και συχνά δημοσιεύουμε πράγματα με τα οποία ένας ή περισσότεροι συντάκτες – και αυτό περιλαμβάνει και εμένα – διαφωνούν έντονα.
Το επιχείρημα του Aftab: Οι κριτικοί είναι απλοϊκοί
Έχοντας κατασκευάσει τον «MAHA-σασζιανό» αντίπαλό του για να ορίσει τους επικριτές της ψυχιατρικής, ο Aftab υποστηρίζει στη συνέχεια ότι, ενώ οι επικριτές είναι εγκλωβισμένοι σε έναν απλουστευτικό, δυαδικό τρόπο σκέψης, ο ίδιος και οι ομοϊδεάτες του διαθέτουν μια λεπτοφυή και φιλοσοφικά πλούσια κατανόηση των ψυχικών διαταραχών, καθώς και μια οξυμένη εκτίμηση της επιστήμης. Το νοσοκεντρικό μοντέλο μπορεί να προωθήθηκε τη δεκαετία του 1980, αλλά ακόμα και όταν δημοσιεύθηκε το DSM III το 1980, μεγάλο μέρος της ψυχιατρικής, γράφει, ήδη προχωρούσε σε ένα πλούσιο βιο-ψυχολογικό-κοινωνικό μοντέλο.
Ξέρετε τι άλλο δημοσιεύθηκε το 1980, παρεμπιπτόντως; Το «Κλινική εφαρμογή του βιοψυχοκοινωνικού μοντέλου» του George Engel στο American Journal of Psychiatry. Το «ιατρικό μοντέλο» που ο Bergner τοποθετεί ως αυτό που έχει κυριαρχήσει στην ψυχιατρική το 1980, ήδη το 1980, διατυπωνόταν με μια μορφή αρκετά διαφορετική από αυτήν που περιγράφει [ο Bergner].
Όπως έχω γράψει προηγουμένως, υπάρχει μια μακροχρόνια δημόσια σύγχυση στην οποία το ιατρικό μοντέλο ταυτίζεται με την ιδέα ότι όλες οι ψυχιατρικές καταστάσεις είναι διακριτές βιολογικές ασθένειες του εγκεφάλου. Αυτή η καρικατούρα δεν ισχύει ούτε για μεγάλο μέρος της γενικής ιατρικής, η οποία συνήθως ασχολείται με πολυπαραγοντικά σύνδρομα, προβλήματα που διαμορφώνονται από το περιβάλλον και το τραύμα, καταστάσεις που ορίζονται από ομάδες συμπτωμάτων χωρίς αναγνωρίσιμους βιοδείκτες και σίγουρα δεν ισχύει για την ψυχιατρική. Αυτό που αποκαλούμε «ιατρικό μοντέλο», αν το κατανοήσουμε σωστά, είναι μια φιλοδοξία να επεκτείνουμε τα εννοιολογικά και πρακτικά εργαλεία της γενικής ιατρικής στα προβλήματα ψυχικής υγείας: ταξινόμηση και διάγνωση, προσοχή στη φυσική ιστορία, πολυεπίπεδη αιτιακή εξήγηση και η χρήση ενός ευρέος οπλοστασίου θεραπείας που περιλαμβάνει τη φαρμακοθεραπεία, αλλά δεν εξαντλείται με κανέναν τρόπο σε αυτή. Είναι επίσης ένα μοντέλο που, θεωρητικά, υπάρχει άνετα σε έναν ευρύτερο πλουραλισμό κλινικών και μη κλινικών προσεγγίσεων.
Η δυαδικότητα της νοσοκεντρικής αναγωγικής ψυχιατρικής από τη μία και της «κριτικής ψυχιατρικής» από την άλλη μάς ωθεί να υποθέσουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα ενδιάμεσα. Στην πραγματικότητα, ο χώρος ανάμεσα είναι μεγάλος και καλά κατοικημένος. Διάφορες τάσεις εξηγητικού και μεθοδολογικού πλουραλισμού και θεωρητικές εξελίξεις όπως η ενσώματη νόηση, ο ενακτιβισμός, τα σύνθετα δυναμικά συστήματα, η φαινομενολογική ψυχοπαθολογία, η ψυχοδυναμική ψυχιατρική, οι κοινωνικοί προσδιοριστές της υγείας, κ.λπ. . . αυτά δεν αποτελούν ασήμαντες υποσημειώσεις. Είναι επιστημονικά θεμελιωμένες, ενήμερες νευροεπιστημονικά και ψυχολογικά, φιλοσοφικά ενημερωμένες, ανθρωπιστικά προσανατολισμένες και βαθιά σκεπτικές απέναντι στον αναγωγισμό.
Οι κριτικοί της ψυχιατρικής βασίζονται στο να είναι αυτό το δίπολο αόρατο. Αν οι μόνες διαθέσιμες επιλογές είναι ο νευρο-αναγωγισμός της δεκαετίας του 1980 από τη μία πλευρά και μια αυτάρεσκη κριτική, αντι-ιατρική στάση από την άλλη, τότε οποιοσδήποτε απογοητευμένος από την πρώτη κατευθύνεται προς τη δεύτερη. Μόλις δεις τη δυαδικότητα, βλέπεις ότι η ρητορική εργαλειοθήκη της κριτικής ψυχιατρικής λειτουργεί με βάση αυτήν.
Δύο σχόλια ως απάντηση
Πρώτον, αυτή η παρουσίαση της ιστορίας της ψυχιατρικής, που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1980, είναι μια μορφή ιστορικής διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. Η αμερικανική ψυχιατρική, φυσικά, προώθησε ένα νοσοκεντρικό μοντέλο στο αμερικανικό κοινό μετά τη δημοσίευση του DSM III, με αυτό το μοντέλο να παρουσιάζεται στο κοινό από τη Nancy Andreasen, μακροχρόνια αρχισυντάκτρια του American Journal of Psychiatry, στο ευπώλητο βιβλίο της του 1984, The Broken Brain. Η ιστορία της χημικής ανισορροπίας βρισκόταν στην καρδιά αυτού του νοσοκεντρικού μοντέλου: η παθολογία ήταν γνωστή και το ψυχιατρικό επάγγελμα τώρα πια είχε φάρμακα που διόρθωναν αυτή την παθολογία. Πράγματι, πολλοί ψυχίατροι άρχισαν να αποκαλούν τους εαυτούς τους ψυχοφαρμακολόγους, και από τότε η κύρια δραστηριότητα του επαγγέλματος είναι η συνταγογράφηση ψυχιατρικών φαρμάκων.
Αυτό που η αμερικανική ψυχιατρική δεν έχει κάνει από το 1980 είναι να προάγει μη φαρμακευτικές θεραπείες στο κοινό ή να υιοθετεί περιβαλλοντικές εναλλακτικές λύσεις όπως το Soteria House. Ως κλάδος, δεν έχει λειτουργήσει στον «ενδιάμεσο χώρο» που τοποθετεί τον εαυτό του και τους ομότιμούς του ο Aftab.
Δεύτερον, παρατηρήστε τη σύγκριση που κάνει μεταξύ των πνευματικών αξιών των κριτικών και εκείνων που ζουν στο «διάστημα μεταξύ». Οι κριτικοί απεικονίζονται ως απλοί άνθρωποι, κολλημένοι σε μια δυαδική μορφή σκέψης, και οι οποίοι, όσον αφορά στον χαρακτήρα τους, είναι «αυτάρεσκοι και αντι-ιατρικοί», ενώ ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του και τους ομότιμούς του στην ψυχιατρική ως «επιστημονικά θεμελιωμένους, νευροεπιστημονικά και ψυχολογικά ενήμερους, φιλοσοφικά ενημερωμένους, ανθρωπιστικά προσανατολισμένους και βαθιά σκεπτικούς απέναντι στον αναγωγισμό».
Το μόνο που μπορώ να πω, μετά από αυτή τη σειρά αυτοθαυμασμού, είναι ουάου. Μπαίνω στον πειρασμό να γράψω κάτι καυστικό σε απάντηση, να ξεφυλλίσω το DSM μου και να ψάξω για διαγνώσεις που σχετίζονται με παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, αλλά καλύτερα να αφήσω την αυτο-περιγραφή του να μιλήσει από μόνη της.
Το Συμπέρασμα: Έχει ήδη κατατροπώσει την κριτική των Whitaker-Moncrieff
Μετά την αναφορά στις διανοητικές αποτυχίες των κριτικών, ο Aftab γράφει το εξής: «Όπως έχω γράψει προηγουμένως, η εκδοχή Whitaker-Moncrieff της κριτικής ψυχιατρικής, στον πυρήνα της, είναι ένα φιλοσοφικά και επιστημονικά εξαντλημένο κίνημα».
Δεν είχα ιδέα σε τι μπορεί να αναφερόταν, οπότε κοίταξα την ανάρτηση στην οποία παρέπεμπε.
Δεν αναφέρομαι ονομαστικά στην ανάρτηση, ούτε και η Moncrieff. Ούτε υπάρχει καμία περιγραφή της συγκεκριμένης κριτικής μου στην ψυχιατρική, ότι δεν έχει επικοινωνήσει με αξιοπιστία τα ίδια της τα ερευνητικά ευρήματα. Αντίθετα, είναι απλώς μια μακρά διάλεξη κατά των κριτικών της ψυχιατρικής, περιγράφοντάς τους ως ζηλωτές που τροφοδοτούν τις κοινωνικές θεωρίες συνωμοσίας, ενώ περιγράφει τις δικές του (ήπιες) κριτικές για την ψυχιατρική σκέψη και πρακτική ως τον πραγματικό δρόμο της αυστηρά κριτικής σκέψης.
Υποθέτω ότι ο Aftab πίστευε ότι κανείς δεν θα έμπαινε στον κόπο να δει την παραπομπή.
Ωστόσο, είναι ο τύπος του σχολιασμού που προφανώς εκτιμά η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία (American Psychiatric Association), καθώς το Διοικητικό Συμβούλιο της πρόσφατα απένειμε στον Aftab το «Βραβείο Διακεκριμένης Υπηρεσίας» για «εξαιρετικά αξιόλογη υπηρεσία στην ψυχιατρική και την APA».
Άνθρωπος δαγκώνει σκύλο
Όπως έγραψα στην αρχή αυτής της ανάρτησης, υπήρχαν δύο λόγοι που με ώθησαν να απαντήσω στην ανάρτηση του Aftab και στα σχετικά ειδησεογραφικά γεγονότα.
Ο πρώτος ήταν να γίνει γνωστή η φύση της κριτικής «Whitaker/MIA». Προέρχεται από μια πολύ ξεκάθαρη δημοσιογραφική προσπάθεια, η οποία παρέχει μια τεκμηριωμένη αναφορά για το πώς η κοινωνία μας έχει οργανώσει τη σκέψη της γύρω από μια αφήγηση που διηγείται η αμερικανική ψυχιατρική και που δεν συντονίζεται με την ίδια της την έρευνα.
Ο δεύτερος ήταν να προσφέρει μια αποδόμηση της ανάρτησης του Aftab. Καθώς τα μέσα ενημέρωσης τώρα τακτικά απευθύνονται σε αυτόν για σχόλια σε ψυχιατρικά θέματα, έχει γίνει μια εξέχουσα φιγούρα στην αμερικανική ψυχιατρική, και έτσι, σε μεγάλο βαθμό, η ανάρτησή του μπορεί να θεωρηθεί ως παράδειγμα του πώς η ψυχιατρική, ως θεσμός, απαντά στους κριτικούς της.
Πρέπει να προσθέσω ότι είμαι σίγουρος ότι η Moncrieff και η Delano, αν το επιθυμούσαν, θα μπορούσαν να παρέχουν τη δική τους αποδόμηση της ανάρτησης του Aftab.
Ονόμασα αυτήν τη δημοσίευση «Το μαντρόσκυλο της ψυχιατρικής ξαναχτυπά». Το «ξανά» στον τίτλο εξέφραζε την κούρασή μου από το να πρέπει να απαντώ σε τέτοιου είδους κριτικές, οι οποίες είναι πάντα παρούσες από τη στιγμή που δημοσίευσα το Mad in America και ο E. Fuller Torrey, σε μια κριτική του βιβλίου, με περιέγραψε ως προφανώς επηρεασμένο από σαηεντολόγους. Ο τίτλος επίσης υπονοεί ότι η ανάρτηση του Aftab δεν πρέπει να ληφθεί σοβαρά, ότι αυτή ήταν απλά μια από τα ίδια. Πράγματι, για να είμαι ειλικρινής, όταν έφτασα στο σημείο όπου περιέγραφε τον εαυτό του και τους ομότιμούς του με έναν ύμνο στη συλλογική τους λαμπρότητα, γέλασα δυνατά. Να λοιπόν τι βλέπουν όταν κοιτάζονται στον καθρέφτη!
Αλλά με αυτόν τον τίτλο του μαντρόσκυλου κατά νου, σκέφτομαι να συνοψίσω την απάντησή μου με μια ατάκα, διατηρώντας μια νότα χιούμορ σε αυτή την απάντηση, και με μια που φέρνει την ανάρτησή του και την απάντησή μου σε πλήρη κύκλο.
Οπότε, ας το πούμε, «άνθρωπος δαγκώνει σκύλο».
Η αρχική δημοσίευση στο Mad in America.
Μετάφραση: Βασίλης Περιβολάρης
