
Ένας άνθρωπος βρίσκεται στο σπίτι του. Έρχεται η αστυνομία. Ακολουθεί βία και μεταφορά στην ψυχιατρική κλινική· στον Καλό Οιωνό, «ένα κέντρο φροντίδας για Παρεκκλίνοντες».
Ο Καλός Οιωνός (2026) του Μανώλη Νανούρη είναι μια σύντομη νουβέλα από τις Εκδόσεις Κυψέλη για την ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία, αλλά κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εξουσία, επιβάλλεται στο υποκείμενο και διαμορφώνει την ταυτότητά του. Το βιβλίο δεν ακολουθεί απλώς την είσοδο του ήρωα σε ένα κλειστό ίδρυμα στο οποίο οι άλλοι αποφασίζουν για εκείνον, αλλά τη σταδιακή μετατόπισή του από άνθρωπο σε ασθενή, από εκείνον που έχει τη δυνατότητα να μιλά σε εκείνον του οποίου ο λόγος μετατρέπεται σε μέρος της συμπτωματολογίας του. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του συγγραφέα μάς τοποθετεί διαρκώς κοντά στον ήρωα και στην εμπειρία του, μέσα από την καθημερινότητά του στην κλινική, τις σχέσεις του με τους άλλους και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται όσα συμβαίνουν.
Μέσα από αυτή την οπτική, ο Καλός Οιωνός έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί όχι μόνο ως λογοτεχνική αφήγηση, αλλά και ως μια αναπαράσταση ενός κοινωνικού χώρου στον οποίο δεν επαναπροσδιορίζονται μόνο οι ρόλοι και οι σχέσεις, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τη θέση του απέναντι στους άλλους. Η κλινική θυμίζει έτσι αυτό που ο Erving Goffman (1961) περιέγραψε ως «ολοπαγές ίδρυμα», έναν χώρο στον οποίο οι διαφορετικές πλευρές της καθημερινής ζωής οργανώνονται κάτω από την ίδια θεσμική εξουσία.
«[Η] μεγάλη σύριγγα, το τσίμπημα στο μπράτσο, ένα κουτάκι γάλα και μια τυρόπιτα κουρού» (Νανούρης, 2026:10) ενδεχομένως αρκούν για να αποτυπώσουμε μέσα από μερικές εικόνες την καθημερινότητα της ψυχιατρικής κλινικής. Η είσοδος στην κλινική, ωστόσο, παρουσιάζεται ως μια απότομη και έντονη μετάβαση σε ένα πλαίσιο αυστηρά οργανωμένο γύρω από κανόνες και ιεραρχίες που ρυθμίζουν τη ζωή των «Παρεκκλινόντων». Στην κλινική, η κίνηση, ο χρόνος, ακόμη και το σώμα υπόκεινται σε κανόνες. Τα κορδόνια γίνονται επικίνδυνα αντικείμενα, οι «Παρεκκλίνοντες» περιφέρονται πέρα δώθε στους διαδρόμους και βρίσκονται σε διαρκή επιφυλακή, γνωρίζοντας ότι η συμπεριφορά τους μπορεί ανά πάσα στιγμή να αξιολογηθεί και να επιφέρει συνέπειες. Η αίσθηση ότι βρίσκονται συνεχώς υπό παρατήρηση παραπέμπει στο Πανοπτικόν, όπως το αναλύει ο Foucault (1975)· η επιτήρηση δεν χρειάζεται να είναι συνεχώς ορατή για να οργανώνει τη συμπεριφορά. Όταν «έρχεται ο ειδικός», όλοι σηκώνονται όρθιοι, όταν κλείνει η πόρτα είναι η ώρα του μεσημεριανού.
Με αυτόν τον τρόπο, το ερώτημα «ποιος αποφασίζει;» διατρέχει ολόκληρη τη νουβέλα. Ποιος αποφασίζει αν πρέπει να μείνει; Ποιος αποφασίζει πότε θα φύγει; Ποιος αποφασίζει ποια συμπεριφορά είναι αποδεκτή και ποια αποτελεί ένδειξη ασθένειας; Και, κυρίως, ποιος έχει την εξουσία να ορίσει την πραγματικότητα ενός ανθρώπου όταν η δική του εκδοχή των γεγονότων θεωρείται εξαρχής λιγότερο αξιόπιστη; Η εξουσία γίνεται ορατή και από το ιδιάζον λεξιλόγιο της κλινικής, μέσα από το οποίο οι άνθρωποι ταξινομούνται και αποκτούν συγκεκριμένη θέση στο κοινωνικό πλαίσιο. Κατά την είσοδο του ήρωα, «Εσύ θα πρέπει να ‘σαι ο καινούριος», λέει μία κυρία από τις «Παρεκκλίνουσες». Στη συνέχεια της ιστορίας, βλέπουμε τον ήρωα να υιοθετεί και ο ίδιος το αντίστοιχο λεξιλόγιο για τους επόμενους «καινούριους»· το λεξιλόγιο δεν μένει έξω από τον ήρωα, αλλά γίνεται σταδιακά και δικό του.
Η εξουσία δεν εμφανίζεται μόνο στις βίαιες στιγμές, αλλά σε όλες τις μικρές, καθημερινές πράξεις της ζωής. Ο ήρωας του βιβλίου αναρωτιέται αν θα του επιτραπεί να δει τους δικούς του ή, έστω, να μιλήσουν στο τηλέφωνο. Οι νοσηλευτές και οι νοσηλεύτριες του βάζουν φάρμακα στη χούφτα και τον ειρωνεύονται· «φρόντισε να νυστάξεις» του λέει μια Φροντίστρια. Το σώμα του μπορεί να περιοριστεί, να ακινητοποιηθεί και ο λόγος του να ακυρωθεί, ενώ η αμφισβήτηση όσων συμβαίνουν μπορεί να επιφέρει συνέπειες. Η αντίδραση στην αδικία οδηγεί σε παράταση της παραμονής, ενώ η φωτιά που ξεσπά στην κλινική έχει ως αποτέλεσμα την αυστηροποίηση του καθεστώτος. Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες του βιβλίου, ο ήρωας δένεται από τους Φροντιστές με λουριά στο κρεβάτι, αφού έτρεξε προς ένα δωμάτιο στο οποίο μια γυναίκα από τις «Παρεκκλίνουσες» φώναζε «βοήθεια».
Σε αυτή τη συνθήκη, μέσα από μικρές, αποσπασματικές εικόνες, ο συγγραφέας προσπαθεί να αποτυπώσει την προσπάθεια του ήρωα να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες είναι εκείνη κατά την οποία οι αστυνομικοί, χρησιμοποιώντας βία, τον σπρώχνουν στο ασανσέρ και, μέχρι να φτάσει στο ισόγειο, του έχουν κολλημένη τη μούρη στον καθρέφτη. Για λίγα δευτερόλεπτα, κοιτάζει τον εαυτό του ύστερα από καιρό και αντικρίζει τα κόκκινα μάτια του και το χλωμό του πρόσωπο.
Η αίσθηση του εαυτού παίρνει διαφορετικές μορφές μέσα στην ιστορία, άλλοτε βρίσκεται στο προσκήνιο και άλλοτε παραμένει πίσω από τις σκέψεις, τις σχέσεις και τις μικρές κινήσεις του ήρωα. Μέσα στην κλινική, κυριαρχεί ένα αίσθημα απώλειας όλων όσων μέχρι τότε συγκροτούσαν την καθημερινότητα και την εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Η απώλεια αυτή δεν αφορά μόνο την ελευθερία του. Αφορά τους ανθρώπους, τις συνήθειες και τις μικρές καθημερινές κινήσεις της ζωής του. Του λείπουν οι φίλοι του, οι βόλτες του, η δυνατότητα να βρίσκεται έξω και να κινείται χωρίς να χρειάζεται την άδεια κάποιου άλλου. Η μοναξιά έχει «διαπεράσει το δέρμα και τα κόκαλά» του (Νανούρης, 2026:24). Όσο περισσότερο παραμένει στην κλινική, τόσο ενισχύεται η αποσύνδεση του εαυτού και το αίσθημα εγκλωβισμού. Ακόμη και οι σχέσεις του με τους ανθρώπους που βρίσκονται «έξω» αποκτούν μια διαφορετική μορφή, όπως συμβαίνει και με τη σχέση του με τον πατέρα του, η οποία κατέχει κεντρική θέση σε όλη τη διάρκεια της νουβέλας, και στην οποία η απουσία, η προδοσία και η νοσταλγία συνυπάρχουν.
«Μη φοβάσαι να σπάσεις» (Νανούρης, 2026:22), του λέει ένας «Παρεκκλίνων» ένα βράδυ. Στην ψυχιατρική κλινική οι σχέσεις ανάμεσα στους τρόφιμους αποκτούν τη δική τους δυναμική. Μέσα στο καθεστώς στέρησης της ελευθερίας και της αυτονομίας τους δημιουργούνται σχέσεις που εμπεριέχουν μικρές στιγμές αλληλοβοήθειας και αλληλεγγύης, στιγμές οικειότητας που μοιάζουν να ξεπηδούν απρόσμενα από την καθημερινότητα της κλινικής. Οι τρόφιμοι κοιτούν και παρατηρούν ο ένας την άλλη, οι «καινούριοι» ρωτούν τους «παλιούς» πόσο καιρό βρίσκονται εκεί, και οι «παλιοί» προσφέρουν τσιγάρα. Ο ήρωας του βιβλίου βλέπει τον «καινούριο» δεμένο σε ένα κρεβάτι. Παρόλο που τα μάτια του καινούριου είναι γεμάτα θυμό και απομάκρυνση, ο ήρωας τον πλησιάζει και του βάζει ένα πουράκι στο στόμα. Ύστερα, το ανάβει και μένει μαζί του μέχρι να το καπνίσει όλο. Ίσως πρόκειται για την πιο δυνατή εικόνα της νουβέλας, μέσα από την οποία ο συγγραφέας μάς παρουσιάζει την ικανότητα που διατηρούν οι «Παρεκκλίνοντες» να αναγνωρίσουν ο ένας στον άλλον κάτι από τη δική τους μοναξιά ή τον δικό τους φόβο και να αισθανθούν ψήγματα ζεστασιάς, ανακούφισης και ενδεχομένως ασφάλειας.
Η εικόνα αυτή δεν αφορά μόνο την ψυχιατρική κλινική. Αφορά όλους τους ανθρώπους, οι οποίοι σε πλαίσια κοινωνικού περιορισμού, στέρησης και εξουσίας μπορούν να δημιουργήσουν σχέσεις που, έστω και στιγμιαία, απελευθερώνουν. Έτσι, ο Καλός Οιωνός καταφέρνει τόσο να φανερώσει τις συνθήκες που επικρατούν στις ψυχιατρικές κλινικές και το καθεστώς των ακούσιων νοσηλειών, όσο και να προβληματίσει σχετικά με τον τρόπο οργάνωσης της εξουσίας, τη μεταβολή της ταυτότητας, αλλά και τη δυνατότητα των υποκειμένων που υφίστανται την καταπίεση να διατηρούν την αλληλεγγύη και τη ζεστασιά ακόμη και στα πιο καταπιεστικά πλαίσια.
Ο Μανώλης Νανούρης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1990. Σπούδασε οικονομικά, κινηματογράφο και πολιτιστική διαχείριση και είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Φυγή Ιδεών (Poetry Slam GR, 2025) και εργάζεται στο βιβλιοπωλείο «Σελίδα 17» στους Αμπελόκηπους. Τον Μάρτιο του 2026 κυκλοφόρησε ψηφιακά ο πρώτος του spoken word δίσκος, Το Πρώτο Άσυλο.
Βιβλιογραφία:
Νανούρης, Μ. (2026). Καλός Οιωνός. Κυψέλη.
Goffman, E. (1994[1961]). Άσυλα. (Ξ. Κομνηνός, Μετ.; Γ. Αμπατζόγλου, Πρόλ.). Ευρυάλος.
Foucault, M. (2011[1975]). Επιτήρηση και Τιμωρία. Πλέθρον.
