
Εισαγωγικό σχόλιο της συντακτικής ομάδας του Mad in Greece:
Συγγραφέας του άρθρου που δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην αγγλική γλώσσα στο Mad in America είναι ο Ντέιβιντ Καρμάικλ (David Carmichael). Ο Ντέιβιντ αφαίρεσε τη ζωή του 11χρονου γιου του, Ίαν, το 2004, τρεις εβδομάδες αφότου ξεκίνησε να λαμβάνει το αντικαταθλιπτικό Paxil (παροξετίνη), που ανήκει στην κατηγορία των εκλεκτικών αναστολέων επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ΕΑΕΣ). Κρίθηκε ότι δεν έφερε ποινική ευθύνη λόγω ψυχικής διαταραχής. Τον Μάιο του 2023, ο Ντέιβιντ συνέκρινε την ιστορία του με εκείνη της Λίντσεϊ Κλάνσι σε ανάρτησή του στο Mad in America με τίτλο «SSRIs, Lindsay Clancy, and Me [SSRIs, η Λίντσεϊ Κλάνσι και Εγώ]». Τον Οκτώβριο του 2023, κατά τη διάρκεια παρουσίασης στο Ντάξμπερι της Μασαχουσέτης, μοιράστηκε με ορισμένα μέλη της οικογένειας, φίλους, πρώην συναδέλφους και πρώην γείτονες της Λίντσεϊ πληροφορίες σχετικά με το ψυχωτικό επεισόδιο που είχε βιώσει και κατά τη διάρκεια του οποίου εκδήλωσε συμπεριφορά που στρεφόταν κατά της ζωής άλλων ανθρώπων. Σήμερα, ο Ντέιβιντ διαχειρίζεται την παγκόσμια εκστρατεία ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης Know Your Drugs.
Στο κείμενο διατηρείται ο ενεστώτας, καθώς γράφτηκε στις 7 Ιουλίου 2026, πριν από την έναρξη της δίκης στις 20 Ιουλίου. Ως εκ τούτου, δεν περιγράφονται γεγονότα που έλαβαν χώρα ή έγιναν γνωστά μετά την ημερομηνία σύνταξής του.
Οι απόψεις του συγγραφέα δεν απηχούν τις απόψεις του Mad in Greece ως συλλογικότητας ή των ξεχωριστών μελών του, ωστόσο μεταφράζουμε το κείμενο καθώς προσφέρει μια ξεχωριστή ματιά σε αυτήν την πολύκροτη υπόθεση. Σε περίπτωση που παίρνετε φαρμακευτική αγωγή και προβληματίζεστε για την επίδραση και τις παρενέργειες, συνιστούμε να αποταθείτε στην ιατρό που συνταγογράφησε την αγωγή και σε καμία περίπτωση να μην προχωρήσετε σε διακοπή/αλλαγή της αγωγής χωρίς ιατρική παρακολούθηση.
Στις 24 Ιανουαρίου 2023, η Λίντσεϊ Κλάνσι (Lindsay Clancy) από το Ντάξμπερι της Μασαχουσέτης σκότωσε τα τρία μικρά παιδιά της, την Κόρα (Cora), πέντε ετών, τον Ντόουσον (Dawson), τριών ετών, και τον Κάλαν (Callan), οκτώ μηνών, και κατηγορήθηκε για τρεις ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης (φόνοι πρώτου βαθμού). Δήλωσε αθώα κατά την απαγγελία των κατηγοριών στις 7 Φεβρουαρίου. Η δίκη της σε ορκωτό δικαστήριο θα ξεκινήσει στις 20 Ιουλίου στην κομητεία Πλίμουθ της Μασαχουσέτης.
Αφού η Λίντσεϊ σκότωσε τα παιδιά της, προσπάθησε να αυτοκτονήσει λαμβάνοντας μεγάλη ποσότητα διαφόρων φαρμάκων, κόβοντας τις φλέβες και τον λαιμό της και πηδώντας από το παράθυρο του δεύτερου ορόφου στην πίσω αυλή της. Σήμερα είναι παραπληγική.
Πριν από τη γέννηση του τρίτου της παιδιού, του Κάλαν, τον Μάιο του 2022, η Λίντσεϊ, η οποία ήταν 35 ετών, είχε εργαστεί για εννέα χρόνια ως μαία στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης στη Βοστώνη. Φίλοι, συγγενείς και συνάδελφοι την περιέγραψαν ως μια στοργική μητέρα. Όπως και ο σύζυγός της, Πάτρικ, η Λίντσεϊ πήρε γονική άδεια από την εργασία της για τους επόμενους τρεις μήνες. Ήταν μετά την επιστροφή του Πάτρικ στην εργασία, στα τέλη Αυγούστου, που η Λίντσεϊ ένιωθε ανήσυχη, γνωρίζοντας ότι και η ίδια θα έπρεπε σύντομα να επιστρέψει στο δικό της πόστο.
Η άδεια μητρότητας της επρόκειτο να τελειώσει έξι εβδομάδες αργότερα. Ζήτησε βοήθεια από ψυχίατρο, ο οποίος, για την αντιμετώπιση του άγχους, της συνταγογράφησε το αντικαταθλιπτικό Zoloft (σερτραλίνη), το οποίο ανήκει στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (ΕΑΕΣ) [ΣτΜ: Χρησιμοποιείται εναλλάξ το αρσενικό και το θηλυκό γένος (π.χ. «η ψυχίατρος», «ο νοσηλευτής»), καθώς δεν διευκρινίζεται το φύλο των προσώπων που αναφέρονται.]. Σύμφωνα με τον Πάτρικ, η ψυχική υγεία της Λίντσεϊ επιδεινώθηκε ραγδαία αφότου άρχισε να παίρνει το Zoloft.
Από τον Οκτώβριο του 2022 έως τον Ιανουάριο του 2023, έξι επαγγελματίες υγείας, και πιο συγκεκριμένα τρεις ψυχίατροι, δύο νοσηλευτές/τριες με προχωρημένη κλινική εκπαίδευση και διευρυμένες αρμοδιότητες, και ένας γιατρός, συνταγογράφησαν φάρμακα, διέκοψαν τη χορήγησή τους ή/και τροποποίησαν τη δοσολογία τους. Σύμφωνα με τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αγωγή για ιατρική αμέλεια που κατέθεσε η Λίντσεϊ κατά των παρόχων υγειονομικής περίθαλψής της τον Ιανουάριο του 2026, κατά τους τέσσερις μήνες που προηγήθηκαν των ανθρωποκτονιών, της είχαν συνταγογραφηθεί 11 διαφορετικά φάρμακα, μεταξύ των οποίων πέντε αντικαταθλιπτικά, τρεις βενζοδιαζεπίνες και ένα υπνωτικό φάρμακο, το Ambien (ζολπιδέμη).
Οι εισαγγελικές αρχές φαίνονται αποφασισμένες να υποστηρίξουν ότι η Λίντσεϊ προσχεδίασε την επίθεση, στέλνοντας τον σύζυγό της να κάνει μια εξωτερική δουλειά και να φέρει φαγητό για το βράδυ, προκειμένου να εξασφαλίσει τον χρόνο που χρειαζόταν για να σκοτώσει τα τρία παιδιά τους. Ο συνήγορος υπεράσπισης Κέβιν Τζ. Ρέντινγκτον θα υποστηρίξει ότι η κατηγορουμένη έπασχε από ψυχική ασθένεια και της είχαν χορηγηθεί υπερβολικά πολλά φάρμακα. Ως εκ τούτου, θα πρέπει να κριθεί αθώα λόγω παραφροσύνης ή να απαλλαγεί από τις κατηγορίες, επειδή είχε περιέλθει χωρίς τη θέλησή της υπό την επήρεια των φαρμάκων.
Όπως μπορείτε να δείτε από το βιογραφικό μου, το 2004 αφαίρεσα τη ζωή του 11χρονου γιου μου, του Ίαν, τρεις εβδομάδες αφότου άρχισα να παίρνω το αντικαταθλιπτικό Paxil (παροξετίνη), που ανήκει στα φάρμακα τύπου ΕΑΕΣ. Γνωρίζω πολύ καλά με ποιον τρόπο ένα ψυχιατρικό φάρμακο μπορεί να κυριεύσει το μυαλό σου και να σε οδηγήσει σε κατάσταση ψύχωσης, και ελπίζω ότι οι ένορκοι σε αυτή την υπόθεση θα εξετάσουν τελικά το εξής ερώτημα: Θα είχε αφαιρέσει τη ζωή των παιδιών της η Λίντσεϊ Κλάνσι, την οποία φίλοι και συνάδελφοι περιγράφουν ως μια στοργική μητέρα, αν δεν βίωνε αυτή τη σύγχυση λόγω της τοξικής επίδρασης των πολλαπλών ψυχιατρικών φαρμάκων που λάμβανε;
Τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, ο Πάτρικ κατέθεσε επίσης ξεχωριστή αστική αγωγή κατά των παρόχων ψυχιατρικής φροντίδας της Λίντσεϊ. Στην αγωγή του, ο Πάτρικ ανέφερε ότι, κατά τους τρεις μήνες μετά τη γέννηση του Κάλαν, τόσο ο ίδιος όσο και η Λίντσεϊ είχαν πάρει γονική άδεια από την εργασία τους, ήταν και οι δύο ευτυχισμένοι και ένιωθαν καλά. Αντίθετα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη δική της αγωγή, η Λίντσεϊ περιγράφεται ως υπομανιακή κατά τη διάρκεια αυτών των καλοκαιρινών μηνών, καθώς γυμναζόταν πολύ νωρίς το πρωί, μια ρουτίνα που θεωρήθηκε ένδειξη παρορμητικής συμπεριφοράς.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 2022, νιώθοντας άγχος και ανησυχία για την επιστροφή της στην εργασία, καθώς η άδεια μητρότητας της επρόκειτο να τελειώσει, η Λίντσεϊ έκλεισε ραντεβού με ψυχίατρο, ο οποίος της συνταγογράφησε Zoloft ως θεραπεία. Αρχικά, η Λίντσεϊ δεν ακολούθησε τη φαρμακευτική αγωγή, καθώς πίστευε ότι θα επηρέαζε τον θηλασμό της. Ωστόσο, στα μέσα Οκτωβρίου, αποφάσισε να πάρει το Zoloft.
Ακολουθεί το ιστορικό της ψυχιατρικής της θεραπείας κατά τους επόμενους τρεις μήνες, όπως περιγράφεται λεπτομερώς στην αστική αγωγή για ιατρική αμέλεια που κατέθεσε η Λίντσεϊ:
- Αφού άρχισε να παίρνει το Zoloft, ο ψυχίατρός της αύξησε τη δόση από 25 mg σε 50 mg. Η Λίντσεϊ δεν κοιμήθηκε για 48 ώρες, οι σκέψεις της έτρεχαν ασταμάτητα, το άγχος της επιδεινώθηκε και ένιωθε «απαίσια».
- Στις 20 Οκτωβρίου, η Λίντσεϊ ανέφερε αυτές τις παρενέργειες στον ψυχίατρό της. Η αγωγή με Zoloft διακόπηκε και της χορηγήθηκαν Ativan (λοραζεπάμη) και Benadryl (διφαινυδραμίνη) για τον ύπνο.
- Η αϋπνία της Λίντσεϊ επέμεινε. Η Λίντσεϊ άρχισε να εμφανίζει ταχυπαλμίες και η ψυχική της κατάσταση συνέχισε να επιδεινώνεται.
- Στις 16 Νοεμβρίου, η αϋπνία της Λίντσεϊ είχε γίνει τόσο έντονη, που αναγκάστηκε να πάει μόνη της στο τμήμα επειγόντων περιστατικών του Νοσοκομείου South Shore στη Μασαχουσέτη. Ανέφερε αϋπνία, άγχος και ταχυπαλμίες. Ένας γιατρός της συνταγογράφησε Trazodone (τραζοδόνη) για τον ύπνο.
- Στις 20 Νοεμβρίου, η μητέρα του Πάτρικ, νοσοκόμα στο Νοσοκομείο South Shore, επικοινώνησε με το Πρόγραμμα Προγεννητικής Συμπεριφορικής Υγείας South Shore (South Shore Prenatal Behavioural Health Program), ζητώντας επιπρόσθετη βοήθεια για τη Λίντσεϊ, καθώς το Trazodone δεν την βοηθούσε να κοιμηθεί. Μια ειδικευμένη νοσηλεύτρια με διευρυμένες αρμοδιότητες επικοινώνησε με τη Λίντσεϊ.
- Στις 21 Νοεμβρίου, η Λίντσεϊ ανέφερε στην ειδικευμένη νοσηλεύτρια ότι ένιωθε «πολύ απογοητευμένη και φοβισμένη», έπασχε από «ακραία αϋπνία», κοιμόταν κατά μέσο όρο μόνο τρεις έως τέσσερις ώρες τη νύχτα και ότι την κατέκλυζε ένας καταιγισμός σκέψεων. Η ειδικευμένη νοσηλεύτρια της συνταγογράφησε Prozac (φλουοξετίνη).
- Μετά από τέσσερις ημέρες λήψης του Prozac, η Λίντσεϊ ανέφερε ότι το φάρμακο επιδείνωσε την αϋπνία της. Ενημέρωσε τους παρόχους υγειονομικής περίθαλψής της και η χορήγηση του Prozac διακόπηκε.
- Στις 25 Νοεμβρίου, η ειδικευμένη νοσηλεύτρια συνταγογράφησε Ambien, Remeron (μιρταζαπίνη) και Klonopin (κλοναζεπάμη).
- Στις 26 Νοεμβρίου, μετά τη λήψη του Remeron, η Λίντσεϊ βίωσε μια κατάσταση αποσύνδεσης. Αντιλαμβανόταν τον κόσμο γύρω της ως μη πραγματικό, παραμορφωμένο και απόμακρο. Αδυνατούσε να προσδιορίσει τι ήταν πραγματικό. Η Λίντσεϊ αποπροσανατολίστηκε. Ξεχνούσε πράγματα, βρισκόταν σε σύγχυση και ένιωθε αποσυνδεδεμένη από το ίδιο της το σώμα. Δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει ούτε να μείνει μόνη της.
- Στις 28 Νοεμβρίου, η Λίντσεϊ ανέφερε αυτά τα συμπτώματα στους παρόχους υγειονομικής περίθαλψής της, επισημαίνοντας ότι εξακολουθούσε να αντιμετωπίζει δυσκολίες, κοιμόταν μόνο τρεις έως τέσσερις ώρες τη νύχτα, ένιωθε αποπροσανατολισμένη και παρουσίαζε προβλήματα μνήμης.
- Στις 29 Νοεμβρίου, η Λίντσεϊ άρχισε να παρακολουθείται από άλλον ειδικευμένο νοσηλευτή. Η Λίντσεϊ ανέφερε ότι ένιωθε «άγχος και φόβο για όσα συνέβαιναν» και ότι κατηγορούσε τον εαυτό της. Ο νοσηλευτής της συνταγογράφησε Seroquel (κουετιαπίνη).
- Μετά τη λήψη του Seroquel, η Λίντσεϊ εκδήλωσε αυτοκτονικό ιδεασμό και άρχισε να βιώνει ακουστικές ψευδαισθήσεις. Η φωνή έλεγε: «Δεν θα είμαι πια η ίδια. Θέλω να πεθάνω». Είπε στον Πάτρικ, στους γονείς της και στους παρόχους ότι ήταν «σαν ζόμπι» και ότι βίωνε απουσία συναισθημάτων, αποδίδοντας αυτή τη βαθιά συναισθηματική άμβλυνση στο Seroquel.
- Στις 2 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ είπε στον νοσηλευτή ότι είχε χάσει περίπου 7 κιλά, δεν είχε όρεξη, βίωνε κρίσεις πανικού και σύγχυση, και ότι, κατά τις τελευταίες τέσσερις ημέρες, δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί.
- Στις 4 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ ήταν τόσο τρομοκρατημένη από τις ψευδαισθήσεις που κάλεσε τη Γραμμή Βοήθειας για Αυτοκτονίες του New Bedford ζητώντας βοήθεια. Της είπαν ότι δεν επρόκειτο για επείγον περιστατικό, επειδή δεν είχε συγκεκριμένο σχέδιο για το πώς θα έβαζε τέλος στη ζωή της.
- Στις 5 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ συναντήθηκε διαδικτυακά με επαγγελματία ψυχικής υγείας της ομάδας υποστήριξης κρίσεων ASPIRE, αναζητώντας βοήθεια. Της είπαν ότι δεν πληρούσε τα κριτήρια για νοσηλεία, επειδή δεν είχε καταστρώσει ένα συγκεκριμένο σχέδιο αυτοκτονίας.
- Στις 6 Δεκεμβρίου, ο Πάτρικ παρευρέθηκε σε ραντεβού με τη Λίντσεϊ και τον νοσηλευτή. Ο Πάτρικ συνέδεσε τις αυτοκτονικές σκέψεις της Λίντσεϊ με το Seroquel. Είπε στον νοσηλευτή ότι «η Λίντσεϊ είναι δέκα χιλιάδες φορές χειρότερα από τότε που άρχισε να παίρνει τα φάρμακα» και ρώτησε τον νοσηλευτή αν θα μπορούσαν «να διακόψουν τη φαρμακευτική αγωγή της Λίντσεϊ και να ξεκινήσουν από την αρχή για να δουν τι συμβαίνει». Διερωτήθηκε αν υπήρχε πιθανότητα λάθους, όπως, για παράδειγμα, η χορήγηση εσφαλμένης φαρμακευτικής αγωγής. Ο νοσηλευτής αναγνώρισε ότι αυτό ήταν πιθανό. Παρ’ όλα αυτά, ο νοσηλευτής συνέχισε να αυξάνει τη δόση του Seroquel μέχρι που αυτή έφτασε τα 400 mg την ημέρα.
- Στις 13 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ βρισκόταν σε βαθιά κατάθλιψη, δεν είχε κίνητρο να κάνει τίποτα και εξακολουθούσε να βιώνει αυτοκτονικό ιδεασμό. Ήθελε «να τελειώσει όλο αυτό».
- Στις 15 Δεκεμβρίου, ο Πάτρικ τηλεφώνησε στο ιατρείο του νοσηλευτή για να αναφέρει ότι «η Λίντσεϊ πέρασε μια καταστροφική εβδομάδα» και ότι η σημερινή ήταν η χειρότερη μέρα της. Εξήγησε ότι η Λίντσεϊ ένιωθε καταβεβλημένη και εξουθενωμένη, δεν είχε ενδιαφέρον για τίποτα, και αδυνατούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι. Είχε φρικτές σκέψεις και ακουστικές ψευδαισθήσεις όλη την ημέρα, κάθε μέρα. Οι ψευδαισθήσεις ήταν ηχηρές και διαρκούσαν καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας: «Δεν θα είμαι ποτέ η ίδια», «Δεν θα είμαι ποτέ ξανά ο εαυτός μου» και «Έχεις καταστραφεί. Δεν θα είσαι ποτέ η ίδια. Η μόνη επιλογή είναι να πεθάνεις».
- Η Λίντσεϊ είπε στον Πάτρικ και στη μητέρα της ότι σκεφτόταν να κάνει κακό στα παιδιά της. Φοβόταν μήπως την κλείσουν σε ψυχιατρικό νοσοκομείο και της πάρουν τα παιδιά.
- Στις 20 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ πήγε στα επείγοντα του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, αναζητώντας βοήθεια, επειδή οι αυτοκτονικές της σκέψεις γίνονταν ολοένα πιο έντονες. Της πρότειναν είτε να εισαχθεί στο Νοσοκομείο McLean είτε να παρακολουθήσει το ημερήσιο πρόγραμμα μερικής νοσηλείας στο Νοσοκομείο Women & Infants στην Πρόβιντενς του Ροουντ Άιλαντ.
- Στις 21 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ εισήχθη με δική της πρωτοβουλία στο ημερήσιο πρόγραμμα μερικής νοσηλείας του Νοσοκομείου Women & Infants στην Πρόβιντενς, όπου ανέφερε ότι βίωνε συναισθηματικό μούδιασμα και ότι ένιωθε τρελή και καταθλιπτική. Είπε ότι «η ζωή της οδηγούνταν στην καταστροφή», ότι φοβόταν και ότι «ήταν τόσο διαλυμένη που δεν υπήρχε επιστροφή». Η Λίντσεϊ εξήγησε ότι είχε χάσει περίπου 7 κιλά σε έναν μήνα, δεν είχε κίνητρο να κάνει τίποτα και ότι «χρειαζόταν όλη της τη δύναμη ακόμη και για να αναπνεύσει».
- Ο ψυχίατρος συμφώνησε με την άποψη της Λίντσεϊ και του Πάτρικ ότι τα συμπτώματά της οφείλονταν στην υπερβολική φαρμακευτική αγωγή και συνέστησε τη σταδιακή μείωση του Seroquel. Η κλινική ομάδα του Women & Infants κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα της Λίντσεϊ προκαλούνταν από τη φαρμακευτική αγωγή και, ως εκ τούτου, το ημερήσιο πρόγραμμα δεν ήταν κατάλληλο για εκείνη.
- Όταν η Λίντσεϊ άρχισε να μειώνει τη δόση του Seroquel, ο αυτοκτονικός ιδεασμός «επανήλθε».
- Στις 29 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ είπε στον Πάτρικ: «Δεν αντέχω άλλο. Πρέπει να πάω στο Νοσοκομείο McLean».
- Στις 30 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ πήγε στα επείγοντα του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης, όπου της είπαν ότι θα πρέπει να εισαχθεί σε ψυχιατρικό νοσοκομείο.
- Στις 30 Δεκεμβρίου, η Λίντσεϊ εισήχθη με δική της πρωτοβουλία στο Νοσοκομείο McLean. Είπε στο προσωπικό ότι παρουσίαζε αυτοκτονικό ιδεασμό, ένιωθε αποσυνδεδεμένη, σε κατάσταση απελπισίας και κατάθλιψης, χωρίς όρεξη ή ενέργεια για να φέρει εις πέρας τις καθημερινές της δραστηριότητες και χωρίς κίνητρο να κάνει το παραμικρό. Ανέφερε ότι δεν αντλούσε πλέον ευχαρίστηση από καμία δραστηριότητα, ότι αδυνατούσε να οργανώσει τις σκέψεις της που έτρεχαν ασταμάτητα και ότι παρουσίαζε προβλήματα μνήμης, άγχος και αϋπνία.
- Στις 3 Ιανουαρίου 2023, η Λίντσεϊ εξετάστηκε για πρώτη φορά από γιατρό στο Νοσοκομείο McLean. Ο γιατρός συνέστησε στη Λίντσεϊ να διακόψει τη λήψη του Seroquel και των βενζοδιαζεπινών και της συνταγογράφησε Trazodone για τον ύπνο.
- Στις 4 Ιανουαρίου, η Λίντσεϊ ρώτησε αν θα μπορούσε να πάει στο σπίτι για τα γενέθλια της Κόρα. Της χορηγήθηκε άδεια εξόδου από το νοσοκομείο. Το προσωπικό του Νοσοκομείου McLean της πρότεινε επίσης να πάρει αμιτριπτυλίνη.
- Στις 7 Ιανουαρίου, η Λίντσεϊ δεν ήταν ο εαυτός της στο πάρτι γενεθλίων της Κόρα. Χαμογελούσε, αλλά δεν συνομιλούσε. Η Λίντσεϊ απέφευγε να μιλήσει και δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν οι άλλοι.
- Οι ακουστικές ψευδαισθήσεις της Λίντσεϊ επανήλθαν μία εβδομάδα μετά την έξοδό της από το Νοσοκομείο McLean.
- Στις 10 Ιανουαρίου, η Λίντσεϊ επισκέφθηκε ξανά τον πρώτο ψυχίατρο, ο οποίος της συνταγογράφησε Valium (διαζεπάμη).
- Στις 17 Ιανουαρίου, ο ψυχίατρος της συνταγογράφησε αμιτριπτυλίνη σε δόση 10 mg την ημέρα.
- Στις 20 Ιανουαρίου, επειδή κατακλυζόταν από φρικτές σκέψεις και ένιωθε συναισθηματικά μουδιασμένη, η Λίντσεϊ αναζήτησε στο διαδίκτυο «Τι είναι ο ψυχοπαθής;». Προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν ψυχοπαθής και αν υπήρχε κάποια θεραπεία.
- Στις 23 Ιανουαρίου, η Λίντσεϊ είπε στον ψυχίατρό της ότι ένιωθε «λίγο πιο ανήσυχη», ειδικά το πρωί. Ο ψυχίατρος αύξησε τη δόση της αμιτριπτυλίνης στα 20 mg την ημέρα. Εκείνο το βράδυ, η Λίντσεϊ δεν κοιμήθηκε.
- Στις 24 Ιανουαρίου, η Λίντσεϊ βρισκόταν σε βαριά κατάθλιψη και είχε αυτοκτονικές σκέψεις. Κατακλυζόταν αδιάκοπα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, από ακουστικές ψευδαισθήσεις με αυτοκτονικό περιεχόμενο. Αργότερα το απόγευμα, μια ανδρική φωνή άρχισε να της λέει «Πρέπει να κάνεις κακό στα παιδιά». Όταν ο Πάτρικ έφυγε για να φέρει φαγητό για το βραδινό, η ανδρική φωνή τής απηύθυνε δυνατά, επίμονα και επανειλημμένα την εντολή: «Αυτή είναι η τελευταία σου ευκαιρία. Σκότωσε τα παιδιά για να μπορέσεις να αυτοκτονήσεις». Η Λίντσεϊ ένιωσε μια καταιγιστική, ακατανίκητη παρόρμηση να υπακούσει και εισήλθε σε μια «ονειρική κατάσταση», κατά την οποία οι σωματικές της πράξεις έμοιαζαν πλήρως αποσυνδεδεμένες από τη συνειδητή της βούληση. Στη συνέχεια, στραγγάλισε τα τρία παιδιά της και επιχείρησε να αυτοκτονήσει.
- Η Κόρα και ο Ντόσον έχασαν τη ζωή τους εκείνο το βράδυ, ενώ ο Κάλαν υπέκυψε στις 27 Ιανουαρίου.
Αυτό είναι το ιστορικό της ψυχιατρικής φροντίδας της Λίντσεϊ. Καταγράφει πώς η κατάσταση της επιδεινωνόταν σταδιακά υπό την επίδραση των ψυχιατρικών φαρμάκων και πώς, σε κάθε στάδιο, αναζητούσε απεγνωσμένα ιατρική βοήθεια. Κατά την άποψή μου, αυτό το ιστορικό δικαιολογεί την απαλλαγή της λόγω ακούσιας φαρμακευτικής τοξίκωσης. Θεωρώ πως αυτή είναι η δίκαιη ετυμηγορία σε αυτή την τραγική υπόθεση.
Για την αρχική δημοσίευση στο Mad in America βλ. εδώ.
Μετάφραση: Ανδρέας Βάββος
