
Εισαγωγή
Το όνομα ορισμένων τόπων, σε δεδομένες ιστορικές στιγμές, παύει να παραπέμπει απλώς σε έναν γεωγραφικό προσδιορισμό. Μετατρέπεται σε σημαίνον αγκιστρωμένο σε πολλαπλά και αντικρουόμενα σημαινόμενα. Για την ελληνική ψυχιατρική, η Λέρος υπήρξε ένας τέτοιος τόπος. Για δεκαετίες, το όνομα του νησιού ταυτίστηκε με ένα ιστορικό τραύμα συνδεδεμένο με τις πιο ακραίες όψεις του εγκλεισμού, της εγκατάλειψης και της ιδρυματικής βίας. Αργότερα, όμως, συνδέθηκε και με μια από τις σημαντικότερες και ίσως πιο αντιφατικές προσπάθειες μετασχηματισμού της ψυχιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα.
Όταν η Λέρος έγινε «Αποικία Ψυχοπαθών»
Το νησί της Λέρου ανήκει στα Δωδεκάνησα. Από την εποχή των ιπποτών πέρασε τον 16ο αιώνα σε οθωμανική κυριαρχία και στις αρχές του 20ου αιώνα σε ιταλική διοίκηση. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη Συνθήκη Ειρήνης του Παρισιού το 1947, αποφασίστηκε η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα (η οποία έγινε επίσημα το 1948). Το 1949, και για τα επόμενα 15 χρόνια λειτούργησαν στο νησί οι εμφυλιοπολεμικής έμπνευσης Βασιλικές Τεχνικές Σχολές με στόχο την αναμόρφωση, υπό «εθνικές» προδιαγραφές, παιδιών και εφήβων που είχαν συνδεθεί με τον Δημοκρατικό Στρατό (Δενεζάκης, 2026).
Λιγότερο από μία δεκαετία αργότερα, το 1957, σε μια περίοδο οικονομικής παρακμής για το νησί, ιδρύθηκε η «Αποικία Ψυχοπαθών Λέρου». Η επιλογή της Λέρου εξυπηρετούσε δύο ανάγκες που, όσο διαφορετικές και αν φαίνονταν, έμελλε να δεθούν στενά μεταξύ τους: από τη μία, την αποσυμφόρηση των μεγάλων ψυχιατρικών ασύλων της ηπειρωτικής Ελλάδας και, από την άλλη, την οικονομική ενίσχυση του νησιού. Άνθρωποι που θεωρούνταν χωρίς δεσμούς με την οικογένεια και την τοπική κοινωνία άρχισαν να στέλνονται μαζικά στη Λέρο. Αυτό συνεχίστηκε για τις επόμενες δεκαετίες ενώ κατά την περίοδο της δικτατορίας, το νησί λειτούργησε και ως τόπος εξορίας πολιτικών κρατουμένων.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 τα δημοσιεύματα σχετικά με τις απάνθρωπες συνθήκες περίθαλψης των ασθενών πολλαπλασιάζονται. Το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ «Οι Αζήτητοι» του Κ. Ζώη το 1982 ήταν μεστό από εικόνες παραμέλησης, υπερπληθυσμού και απανθρωποποίησης. Άνθρωποι ημίγυμνοι συχνά μέσα σε ακαθαρσίες χωρίς καμία ουσιαστική φροντίδα και κοινωνικά ερεθίσματα. Η διεθνής κατακραυγή κορυφώθηκε το 1989, όταν ο βρετανικός Observer δημοσίευσε το ρεπορτάζ με τον τίτλο «Το ένοχο μυστικό της Ευρώπης», συνοδευόμενο από φωτογραφίες από τις πτέρυγες του ιδρύματος. Η Λέρος μετατράπηκε πλέον σε διεθνές σύμβολο ψυχιατρικής εγκατάλειψης. Η διαβόητη πτέρυγα 2 των γυναικών ασθενών θύμιζε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Μαζί με την αγανάκτηση εμφανίστηκαν όμως και η ντροπή, η άμυνα και ένα σύνθετο παιχνίδι απόδοσης ευθυνών. Ποιος είχε δημιουργήσει αυτή την κατάσταση; Το ελληνικό κράτος; Οι ψυχίατροι; Το προσωπικό; Οι κάτοικοι του νησιού; Και ποιος μπορούσε τώρα να την αλλάξει;
Ήδη πριν από αυτόν τον κύκλο δημοσιευμάτων είχαν ξεκινήσει διεργασίες για την εφαρμογή προγραμμάτων με ευρωπαϊκή χρηματοδότηση οι οποίες ωστόσο καθυστερούσαν. Στη διαδικασία διεθνοποίησης του προβλήματος ενεπλάκησαν σημαντικές μορφές της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής ψυχιατρικής, όπως ο Félix Guattari και ο Franco Rotelli (συνεργάτης του Basaglia), αλλά και Έλληνες επαγγελματίες που συνέδεσαν τη δουλειά στη Λέρο με ένα ευρύτερο πρόταγμα αποϊδρυματοποίησης. Ανάμεσά τους κεντρική θέση είχε ο Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, ο οποίος όχι μόνο συμμετείχε ενεργά σε αυτή την προσπάθεια αλλά κατέγραψε αργότερα την εμπειρία του στο σχετικό βιβλίο του (Μεγαλοοικονόμου, 2016).
Το βιβλίο του Piet van der Klis
Ένα από τα αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά της περιόδου της μεταρρύθμισης υπήρξε η παρουσία δεκάδων επαγγελματιών από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ενώ υπήρχαν επαγγελματίες από πολλές χώρες, οι πιο πολυπληθείς ομάδες προέρχονταν από την Ιταλία και την Ολλανδία. Στην Ολλανδία δημιουργήθηκε μάλιστα το «Ολλανδικό Ίδρυμα για τη Λέρο», με στόχο την υποστήριξη των επαγγελματιών που εργάστηκαν στο νησί. Σημαντική φιγούρα στην ολλανδική συμμετοχή ήταν ο Piet van der Klis, ένας ψυχοκινητικός θεραπευτής που όταν ήρθε στη Λέρο είχε ήδη πολύχρονη εμπειρία σε ψυχιατρικά ιδρύματα. Τον περασμένο Ιούλιο, οι εκδόσεις Periplaneta συγκέντρωσαν σε έναν τόμο δύο κείμενα του van der Klis γύρω από την εμπειρία του στη Λέρο, σε επιμέλεια Γ. Κακούλα και Δ. Πλουμπίδη και μετάφραση του πρώτου.
Το πρώτο γραπτό αποτελείται από δεκατρείς επιστολές-ανταποκρίσεις που έγραψε ο van der Klis κατά το τρίμηνο της αρχικής παρουσίας του στη Λέρο. Το δεύτερο, με τίτλο «Συν-οδηγοί», αφορά τη μετέπειτα εμπλοκή του ως επόπτη της ομάδας των Ολλανδών επαγγελματιών που συνέχισαν να εργάζονται στο νησί μέχρι το 1995. Τον τόμο συμπληρώνει μια κατατοπιστική εισαγωγή του ψυχιάτρου Δ. Πλουμπίδη, ο οποίος συμμετείχε, όπως αναφέραμε, και στην επιμέλεια.
Το βιβλίο παρέχει μια γοητευτική μαρτυρία για την πιο δραματική στιγμή στην ιστορία των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα. Οι επιστολές γράφονται μέσα στη στιγμή και αποδίδουν ένα εύρος συναισθημάτων και σκέψεων του συγγραφέα με αφορμή αυτά που είδε όταν έφτασε και όταν άρχισε να εργάζεται (κυρίως) με τις γυναίκες ασθενείς από τον Νοέμβριο του 1990 έως τον Μάρτιο του 1991. Οι επιστολές αυτές δημοσιεύονταν στο εβδομαδιαίο ενημερωτικό δελτίο του ιδρύματος Brinkgreven.
Σε μεγάλο βαθμό, οι επιστολές αναδεικνύουν μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην απελπισία των συνθηκών που βρήκε και στην ελπίδα για αυτό που έρχεται. Ο van der Klis γράφει ήδη στην πρώτη επιστολή:
«Τη μονάδα μας, που είναι μες στη λίγδα, θα μπορούσα να την περιγράψω σαν μια άθλια σαραβαλιασμένη παράγκα που, με εξαίρεση τα κρεβάτια, οτιδήποτε άλλο υπάρχει εκεί θυμίζει μεταχειρισμένα αντικείμενα από γιουσουρούμ. Παρ’ όλα αυτά η μονάδα μου είναι μια νησίδα ζωντάνιας και ανθρωπιάς, κόντρα στο σκηνικό του ωκεανού θλίψης που μας περιβάλλει» (σ. 27).
Η ομάδα των Ολλανδών, και ο ίδιος ο van der Klis, έδωσαν μεγάλη έμφαση στην προσωπική φροντίδα των ασθενών, το μπάνιο, τα καθαρά ρούχα, την φαινομενικά αυτονόητη αλλά στην περίπτωση αυτή απαραίτητη προσοχή σε ένα σώμα που έχει τραυματισθεί, πονέσει και παραμεληθεί. Οι στιγμές που περιγράφονται συγκινούν με την ανθρωπιά τους αλλά και προκαλούν θυμό για το πόσες δεκαετίες χρειάστηκαν για να αποδοθούν σε αυτές τις «αζήτητες» ψυχές βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Σε ένα από τα πιο δυνατά σημεία του βιβλίου, ο van der Klis γράφει:
«Οι εικόνες μού ξανάρχονται…
Όλα αυτά τα σώματα, σχεδόν όλα σημαδεμένα με ουλές, τωρινές, που ακόμη φαίνονται οι κρούστες, αλλά και πιο παλιές, που με το στραπατσαρισμένο μοτίβο των λευκών γραμμών τους παραπέμπουν σε μια απαίσια διαδρομή ενός παρελθόντος γεμάτο με βία» (σ. 51).
Η μεταρρύθμιση και οι αντιφάσεις της
Οι σχέσεις ανάμεσα στους ξένους επαγγελματίες και το ελληνικό προσωπικό υπήρξαν συχνά δύσκολες. Οι πρώτοι μπορούσαν εύκολα να θεωρήσουν τους δεύτερους ανεπαρκείς, αδιάφορους ή φορείς μιας παρωχημένης ιδρυματικής κουλτούρας. Οι Έλληνες εργαζόμενοι, από την πλευρά τους, μπορούσαν εξίσου εύκολα να αντιμετωπίσουν τους ξένους ως προσωρινούς και περαστικούς επισκέπτες που έφταναν στο νησί για να τους υποδείξουν πώς να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να κατανοούν πλήρως τις συνθήκες.
Ο van der Klis δεν αποφεύγει αυτή τη σύγκρουση ούτε προσπαθεί να μετριάσει τη δική του κριτική:
«Το να επηρεάσεις (θετικά) το προσωπικό είναι μια αρκετά σύνθετη επιχείρηση σε τούτο το μέρος. Το πρόβλημα της γλώσσας (που είναι υπαρκτό) δεν το θεωρώ υπεύθυνο, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το βασικό πρόβλημα που μας βάζει τρικλοποδιές είναι η πλήρης απουσίας επαγγελματικής κουλτούρας συζήτησης τέτοιου είδους θεμάτων, ιδιαίτερα σε μια ομάδα. Επίσης, οι συνάδελφοι μας όντως πιστεύουν ότι κάνουν καλή δουλειά (που και πάλι ως ένα βαθμό είναι αληθές και ισχύει όταν κοιτάμε γύρω μας). Αυτό όμως που εμείς μπορεί να βλέπουμε σαν ένα φτωχό ξεκίνημα σ’εκείνους φαντάζει σαν να έχουν καταφέρει τον υψηλότερο δυνατό στόχο που μπορούν να φτάσουν. Και τελικά θύματα αυτής της νοοτροπίας είναι οι ασθενείς. (σ. 32-3)»
Η ένταση αυτής της αντιπαλότητας δεν μπορεί να συγκριθεί με τις ακραίες αντιπαραθέσεις μεταξύ των ξένων επαγγελματιών και των κατοίκων του νησιού. Γράφει ο van der Klis: «Επιπλέον, οι ομάδες εισπράττουν μεγάλη επιθετικότητα. Οι ντόπιοι τους βλέπουν ως μια άμεση απειλή για το εισόδημά τους» (σ. 46). Η ίδρυση της αποικίας με βασικό οικονομικό κίνητρο αλλά και η πολύχρονη εξάρτηση της οικονομίας του νησιού από τη λειτουργία του ασύλου προκαλούσε αισθήματα φόβου και εχθρότητας σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία συνδεόταν με πιθανό κλείσιμο του θεραπευτηρίου της Λέρου. Φυσικά, η σύνδεση του νησιού με διεθνή ντροπιαστικά δημοσιεύματα δεν βοηθούσε την κατάσταση.
Υπήρχαν όμως σημαντικές αντιθέσεις και στο εσωτερικό του ίδιου του μεταρρυθμιστικού εγχειρήματος. Η πιο ενδιαφέρουσα ίσως αφορά τη διαφορά ανάμεσα στην ολλανδική και την ιταλική προσέγγιση.
Σύμφωνα με την Carlotta Baldi, την Ιταλίδα ψυχίατρο από την Τεργέστη που εργάστηκε και αυτή στη Λέρο την ίδια περίοδο αλλά έχουσα εμπειρία από τη θεραπευτική πρακτική του Basaglia, οι Ολλανδοί συνάδελφοι της ήθελαν «μόνο παρεμβάσεις βελτίωσης» των συνθηκών (Baldi & Carbone, 2026). Η ιταλική πλευρά, αντίθετα, ερχόταν από μια παράδοση στην οποία το ζητούμενο δεν ήταν η δημιουργία ενός καλύτερου ασύλου, αλλά η υπέρβαση του ίδιου του ασύλου ως θεσμού. Η εμπειρία της Τεργέστης και ο ιταλικός νόμος 180 αποτελούσαν το ιστορικό υπόβαθρο αυτής της περισσότερο ριζοσπαστικής θέσης.
Ο van der Klis εκδηλώνει μια αμφιθυμία απέναντι στο παράδειγμα της Τεργέστης. Από τη μία το χαρακτηρίζει ως μια «γοητευτική ιδεολογία» (σ. 67). Από την άλλη, η υπομονή του απέναντι στους Ιταλούς συναδέλφους του στη Λέρο εξαντλείται γρήγορα. Σε ένα από τα σημεία όπου ο συνήθως ήπιος τόνος των επιστολών του δίνει τη θέση του στην αγανάκτηση, γράφει:
«Αυτοί οι Ιταλοί συνάδελφοι ήθελαν να μεταλαμπαδεύσουν χωρίς περικοπές την ιδεολογία τους στη Λέρο – θερμοκέφαλοι, ανελέητοι, απέρριπταν οτιδήποτε θα μπορούσε να μοιάζει με παραχώρηση. Εξαιτίας αυτής τους της νοοτροπίας βασικά δεν δέχονταν να κάνουν την παραμικρή δουλειά στο ίδρυμα. Η δική μας ομάδα ακολουθούσε διαφορετική γραμμή. Κάνουμε τις παραχωρήσεις μας, κυριολεκτικά όμως σηκώνουμε και τα μανίκια» (σ. 68).
Πίσω από την προσωπική ενόχληση μπορούμε να διακρίνουμε ένα διαχρονικό πολιτικό και θεραπευτικό δίλημμα. Τι σημαίνει να «σηκώνεις τα μανίκια» μέσα σε έναν θεσμό τον οποίο θεωρείς από τη φύση του βίαιο; Μπορεί η βελτίωση των συνθηκών να αποτελέσει βήμα προς την κατάργηση του ασύλου ή, αντίθετα, κινδυνεύει να το καταστήσει περισσότερο ανεκτό και άρα να παρατείνει τη ζωή του; Και, από την άλλη πλευρά, πόσο μπορεί κανείς να περιμένει τη μεγάλη θεσμική ανατροπή όταν μπροστά του υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται σήμερα να πλυθούν, να ντυθούν επιλέγοντας τα ρούχα από τον σωρό, να φάνε και να αντιμετωπιστούν με αξιοπρέπεια;
Ωστόσο, σε μία μεταγενέστερη αναφορά (σύμφωνα με τους επιμελητές με πιθανό πρωταγωνιστή τον Θόδωρο Μεγαλοοικονόμου) ο van der Klis γράφει: «Το έχω ήδη πει μία φορά: ό,τι και να πιστεύεις για την ιταλική ψυχιατρική, σίγουρα μπορείς να μάθεις κάτι από αυτή» (σ. 86).
Κανένα από τα μοντέλα που έφτασαν στο νησί δεν μπορούσε απλώς να μεταφερθεί αυτούσιο. Η μεταρρύθμιση υπήρξε αποτέλεσμα συγκρούσεων, συμβιβασμών, πρακτικών παρεμβάσεων και ριζοσπαστικών αμφισβητήσεων.
Η αποτίμηση της ολλανδικής συμμετοχής στο πρόγραμμα της μεταρρύθμισης της Λέρου από τον συγγραφέα είναι θετική. Πολλοί Ολλανδοί επαγγελματίες συνέχισαν να εργάζονται στο νησί με άλλα προγράμματα, αποτελώντας μερικούς από τους εκατοντάδες ανθρώπους που συμμετείχαν σε αυτήν την πολύχρονη προσπάθεια για τη βελτίωση της ψυχιατρικής φροντίδας στη Λέρο και αλλού.
Η Λέρος και εμείς
Το βιβλίο πρέπει να διαβαστεί όχι μόνο από όσους ασχολούνται επαγγελματικά με την ψυχική υγεία, αλλά από οποιονδήποτε ενδιαφέρεται για την ιστορία της ψυχιατρικής και της ψυχολογίας στην Ελλάδα. Η δύναμή του βρίσκεται στην ιδιαιτερότητα της φωνής του συγγραφέα: μια φωνή άμεση και βαθιά ανθρώπινη, η οποία καταγράφει την αμηχανία, την οργή, τις αντιφάσεις, τις μικρές νίκες και την ελπίδα που μπορεί να εμφανιστεί ακόμη και μέσα σε συνθήκες ακραίας ιδρυματοποίησης.
Κυρίως, όμως, μας αναγκάζει να θυμηθούμε ότι η Λέρος δεν ήταν ένα ιστορικό ατύχημα ούτε μια σκοτεινή εξαίρεση από μια κατά τα άλλα ανθρωπιστική ψυχιατρική. Ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένων θεσμών, πολιτικών αποφάσεων και κοινωνικών σχέσεων που έκαναν αόρατους χιλιάδες ανθρώπους επιφέροντας πόνο και διασυρμό.
Το «κολαστήριο» της Λέρου, με τη μορφή που έγινε γνωστό στις δεκαετίες του 1980 και του 1990, μπορεί να μην υπάρχει πια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκαν και οι μηχανισμοί που το κατέστησαν δυνατό. Η απανθρωποποίηση δεν εκφράζεται πλέον με τους σκοτεινούς και αποπνικτικούς θαλάμους των παλιών ψυχιατρικών ασύλων. Αποκτά νέες διοικητικές ονομασίες, νέες αρχιτεκτονικές και νέες κατηγορίες ανθρώπων που κρίνονται ανεπιθύμητοι, επικίνδυνοι ή απλώς περισσευούμενοι.
Δεν είναι χωρίς σημασία ότι, σε μια ιστορική ειρωνεία που δύσκολα αγνοείται, η Λέρος βρέθηκε τις τελευταίες δεκαετίες ξανά στο επίκεντρο ενός συστήματος εγκλεισμού και διαχείρισης ανθρώπων στο περιθώριο, αυτή τη φορά ως hot spot προσφύγων και μεταναστών.
Απέναντι σε αυτές τις προκλήσεις, ο ανθρωπισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στην καλοσύνη ή στη βελτίωση των συνθηκών διαχείρισης. Αντίθετα, χρειάζεται ένας ανθρωπισμός συμπεριληπτικός αλλά και ριζοσπαστικός: να υπερασπίζεται χωρίς υποχωρήσεις την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ταυτόχρονα να αμφισβητεί τους θεσμούς και τις κοινωνικές σχέσεις που παράγουν «αζήτητους» ανθρώπους.
Βιβλιογραφία
Baldi, C., Carbone, A. (2026). Beyond the Total Institution? Narrative Testimony from Leros Psychiatric Hospital Deinstitutionalization (1990–1995) and the Persistence of Institutional Violence in Contemporary Europe. Trends in Psychology.
Δενεζάκης, Α. (2026). 2 Μάρτη 1949 – Οι Βασιλικές Τεχνικές Σχολές Λέρου ξεκινούν την «αναμόρφωσιν» των ανήλικων ανταρτών. Ημερόδρομος.
Μεγαλοοικονόμου, Θ. (2016). Λέρος: Μια ζωντανή αμφισβήτηση της κλασικής ψυχιατρικής. Άγρα.
van der Klis, P. (2026). Γράμματα από τη Λέρο & Συν-οδηγοί (μτφρ. Γ. Κακούλας). Periplaneta.
