Νέες έρευνες αναδεικνύουν τα προβλήματα της «λογικής του καταναγκασμού» στην ψυχιατρική

Φωτογραφία: Κόσμοι από Γάλα. Άγιος Ισίδωρος / ΨΝΑ «Δρομοκαΐτειο». Από το έργο LARGACTIL σε σκηνοθεσία της Κατερίνας Κλειτσιώτη. Μια site-specific performance εμπνευσμένη από κείμενα ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία και με αφορμή το έργο “Pure white” της εικαστικού Κωνσταντίνας Καρλή.

Σήμερα το Mad in Greece παρουσιάζει στο ελληνικό κοινό την απόδοση του άρθρου του Richard Sears από τον ψυχολόγο Σπύρο Αναστασίου σχετικά με τρεις μελέτες με θέμα τον ψυχιατρικό εγκλεισμό.  

Η πρώτη υποστηρίζει ότι η αιτιολόγηση για την χρήση καταναγκαστικών πρακτικών στο πεδίο της ψυχιατρικής, παραβλέπει τις μακροχρόνιες βλάβες που αυτή προκαλεί. Η δεύτερη διαπιστώνει ότι το απαιτητικό φυσικό περιβάλλον των ψυχιατρικών κλινικών, αποτελεί τον κύριο παράγοντα για την χρήση καταναγκαστικών πρακτικών. Η τρίτη αναφέρει ότι το ψυχιατρικό προσωπικό που έχει υποστεί βία και χρησιμοποιεί καταναγκασμό στους ίδιους τους ασθενείς, είναι πιθανότερο να έχει  θετική άποψη για αυτές τις πρακτικές, ενώ τα περισσότερα χρόνια εργασιακής εμπειρίας, συνδέονται με την υιοθέτηση πιο κριτικών απόψεων απέναντι στον καταναγκασμό στην ψυχιατρική.

Ο Ψυχιατρικός Καταναγκασμός Μετατρέπει τους Ασθενείς σε «Κίνδυνο προς Διαχείριση», Προκαλώντας Μακροχρόνιο Τραύμα

Ένα νέο άρθρο που δημοσιεύτηκε στο PLOS Mental Health εξετάζει τις βλάβες που προκαλεί η  ακούσια ψυχιατρική νοσηλεία. Η συγγραφέας Sandra Ferreira από το Aves Mental Health (πρώην Global Mental Health Peer Network), υποστηρίζει ότι οι δικαιολογίες που υιοθετούνται για τον καταναγκασμό στην ψυχιατρική, παραβλέπουν τις σημαντικές και μακροχρόνιες επιπτώσεις αυτών των πρακτικών. Η συγγραφέας καλεί σε έναν αναπροσανατολισμό των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, ώστε να υπηρετούν πραγματικά τα συμφέροντα των ασθενών και των ληπτών υπηρεσιών, αντί να επιτρέπουν τη διαιώνιση ιδρυματικών λογικών που προκαλούν βλάβη.

Στο άρθρο, η Ferreira, επιζώσα την ακούσιας ψυχιατρικής κράτησης και καθήλωσης, επισημαίνει ότι επιδιώκει να αξιοποιήσει την επαγγελματική της αξιοπιστία και τον ακαδημαϊκό της ρόλο, για να μιλήσει ανοιχτά για την εμπειρία της, χωρίς τον φόβο αντιποίνων ή απαξίωσης, που συχνά αντιμετωπίζουν άλλα άτομα με αντίστοιχες εμπειρίες που έχουν βρεθεί σε αυτή τη θέση.

Ο ψυχιατρικός καταναγκασμός, τυπικά λαμβάνει χώρα σε στιγμές ακραίας ευαλωτότητας του ασθενούς, επιδεινώνοντας μια ήδη άνιση εξουσιαστική σχέση. Έννοιες όπως η «έλλειψη αυτο-επίγνωσης», «η μειωμένη ικανότητα» και «η μη-συμμόρφωση», χρησιμοποιούνται για να καταργήσουν την αυτονομία και την αξιοπιστία του βιώματος του, ενώ οποιαδήποτε αντίσταση αναδυθεί, νοηματοδοτείται ως περαιτέρω επιβεβαίωση της «ψυχικής ασθένειας». Η Ferreira υποστηρίζει ότι αυτή η διαδικασία προτεραιοποιεί τις ανάγκες του ιδρύματος και μετατρέπει τους ασθενείς σε κίνδυνο που πρέπει να ελεγχθεί, αγνοώντας το βαθύ και διαρκές τραύμα που προκαλεί στο άτομο.

Οι κριτικές ως προς την εξαναγκαστική ψυχιατρική «φροντίδα» εμπειρίες και μαρτυρίες των ασθενών, συχνά απορρίπτονται από τους επαγγελματίες. Ο συνδυασμός της επιστημικής αδικίας (epistemic injustice) και της ψυχιατρικής πρακτικής, που βασίζεται στον καταναγκασμό και τη βία αντί στη συμπόνια, οδηγεί σε μακροχρόνια αισθήματα αδυναμίας, απώλειας ελέγχου και φόβου, ενώ κλονίζεται σοβαρά η εμπιστοσύνη των ασθενών προς το σύστημα υγείας.

Η συγγραφέας προτείνει πέντε βασικές θέσεις για την μετάβαση σε μία ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένη (ανα)θεώρηση της ψυχικής υγείας: 

  1. Οι εκ των προτέρων οδηγίες για τη φροντίδα ψυχικής υγείας, οι οποίες συντάσσονται πριν από την εκδήλωση μιας κρίσης, θα πρέπει να κατοχυρωθούν νομικά και να γίνονται σεβαστές.
  2. Οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας να μετακινηθούν από τα νοσοκομεία σε αποκεντρωμένα, κοινοτικά περιβάλλοντα με συμμετοχή ομοτίμων και να υιοθετηθούν πολιτισμικά ευαίσθητες πρακτικές.
  3. Οι κλινικές αποφάσεις να καθοδηγούνται από διεθνή πλαίσια ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως η Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, αντί από ασαφείς έννοιες όπως η «μειωμένη ικανότητα» ή η «μη συμμόρφωση».
  4. Οι κλινικοί επαγγελματίες να αναστοχάζονται κριτικά τη γλώσσα, τις προκαταλήψεις και τον τρόπο σκέψης που επικεντρώνεται στον κίνδυνο.
  5. Η βιωμένη εμπειρία των ατόμων να αναγνωρίζεται ως θεμελιακό επιστημονικό δεδομένο.

Νέα Μελέτη Αναδεικνύει το Περιβάλλον της Κλινικής ως Κύριο Παράγοντα Ψυχιατρικού Καταναγκασμού

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο International Journal of Mental Health Nursing, διερεύνησε τους παράγοντες που οδηγούν στη χρήση καταναγκαστικών πρακτικών εντός ψυχιατρικών μονάδων νοσηλείας. Οι αντιδράσεις των ασθενών σε γεμάτα προκλήσεις φυσικά και εξωτερικά περιβαλλοντικά ερεθίσματα, αποτέλεσε την κύρια αιτία της εφαρμογής καταναγκαστικών πρακτικών. Αυτή η έρευνα, με επικεφαλής τον Esario IV Daguman από το Southern Cross University της Αυστραλίας, προσδιόρισε, επίσης, τον αυτοτραυματισμό και την επιθετικότητα των ασθενών προς το νοσηλευτικό προσωπικό, ως καίριες συνιστώσες για την χρήση καταναγκαστικών πρακτικών.

Στόχος της μελέτης ήταν να «εξερευνήσει» πέρα από ατομικούς παράγοντες κινδύνου των ασθενών, χαρτογραφώντας λειτουργικούς, περιβαλλοντικούς και παράγοντες σχετικούς με την εκάστοτε παρέμβαση που συνδέονται με την χρήση καταναγκαστικών πρακτικών στις ψυχιατρικές κλινικές. Η έρευνα αποτέλεσε τμήμα ενός μεγαλύτερου έργου, αναφορικά με καταναγκαστικές πρακτικές εντός πολλαπλών ψυχιατρικών μονάδων στην Αυστραλία.

Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από τρεις μονάδες οξείας νοσηλείας ενηλίκων για την ψυχική υγεία στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας. Ανέλυσαν 2.955 περιστατικά αποκλιμάκωσης έντασης, τα οποία καταγράφηκαν σε νοσηλευτικά αρχεία και διοικητικά δεδομένα και τα ανέλυσαν σε σχέση με περιπτώσεις καταναγκαστικών πρακτικών και των αποτελεσμάτων τους όπως: απομόνωση, σωματική καθήλωση, εξαναγκαστική χορήγηση ψυχοφαρμάκων, τραυματισμοί ή ενεργοποίηση υπηρεσιών ασφαλείας. Στη συνέχεια, χρησιμοποίησαν τεχνικές μηχανικής μάθησης, διαμορφώνοντας ένα προβλεπτικό μοντέλο, αναφορικά με την πιθανότητα εμφάνισης καταναγκασμού.

Ο σημαντικότερος παράγοντας, δηλαδή η υποκείμενη αιτία που οδηγούσε έναν ασθενή να προβεί σε μία συμπεριφορά, η οποία στη συνέχεια κλιμακωνόταν μέσω καταναγκαστικών πρακτικών, ήταν το γεμάτο δυσκολίες φυσικό περιβάλλον της κλινικής. Το τελευταίο περιλάμβανε παράγοντες όπως τα υψηλά επίπεδα θορύβου, ο συνωστισμός, ο έντονος φωτισμός και η έλλειψη ιδιωτικότητας. Οι βασικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες, δηλαδή οι άμεσες συμπεριφορές που οδήγησαν στην εφαρμογή καταναγκαστικών πρακτικών εναντίων των ασθενών, ήταν η επιθετικότητα προς το νοσηλευτικό προσωπικό καθώς και ο αυτοτραυματισμός. Με πιο απλά λόγια, η πιο συνηθισμένη αιτία για τη χρήση καταναγκαστικών πρακτικών από το προσωπικό απέναντι σε έναν ασθενή, ήταν η εκδήλωση επιθετικότητας από τον τελευταίο προς το νοσηλευτικό προσωπικό, ως αντίδραση σε ένα υπερβολικά στρεσογόνο και επιβαρυμένο περιβάλλον.

Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι η εστίασή τους σε άμεσους, λανθάνοντες παράγοντες, είναι μοναδική στην έρευνα, σχετικά με τον καταναγκασμό στην ψυχιατρική. Σε αντίθεση με παλιές έρευνες που εξέταζαν περισσότερο στατικούς παράγοντες, όπως η διάγνωση ή η ηλικία, αυτή η μελέτη εστιάζει σε παράγοντες που πυροδοτούν τις συμπεριφορές, οι οποίες οδηγούν συχνότερα στη χρήση πρακτικών καταναγκασμού. Με αυτόν τον τρόπο, προβληματικές συμπεριφορές, όπως η επιθετικότητα απέναντι στο νοσηλευτικό προσωπικό, (ανα)πλαισιώνονται ως μια προσπάθεια επικοινωνίας μιας ανεκπλήρωτης ανάγκης.

Η χρήση τεχνικών αποκλιμάκωσης από το νοσηλευτικό προσωπικό, συνδέθηκε, επίσης, με τη χρήση καταναγκαστικών πρακτικών. Ωστόσο, οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι αυτή η σχέση δεν είναι απαραίτητα αιτιώδης. Οι τεχνικές αποκλιμάκωσης χρησιμοποιούνται συχνότερα σε ήδη έντονες καταστάσεις, πριν την τυπική χρήση του καταναγκασμού.

Αυτή η έρευνα παρουσιάζει δύο κύριους περιορισμούς. Ειδικότερα, τα περισσότερα δεδομένα καταγράφηκαν από το νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά αναλύθηκαν από τους ερευνητές με τη χρήση τεχνικών μηχανικής μάθησης. Επίσης, η συμμετοχή επαγγελματιών πρώτης γραμμής και ανθρώπων με βιωμένη εμπειρία ψυχιατρικού καταναγκασμού στην ερμηνεία των δεδομένων, θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο ακριβή αποτελέσματα. Επιπλέον, αυτή η έρευνα πραγματοποιήθηκε μόλις σε τρεις μονάδες ψυχικής υγείας στη Νέα Νότια Ουαλία της Αυστραλίας, περιορίζοντας τη γενικευσιμότητα των αποτελεσμάτων.

Η Έκθεση στη Βία και η Χρήση Καταναγκασμού Συνδέονται με Μεγαλύτερη Αποδοχή των Καταναγκαστικών Πρακτικών

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Comprehensive Psychiatry, υπέδειξε ότι οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είναι πιο πιθανό να έχουν θετική στάση απέναντι σε καταναγκαστικές πρακτικές, όταν έχουν υποστεί οι ίδιοι σωματική βία και όταν χρησιμοποιούν συχνά καταναγκαστικές πρακτικές στους ίδιους τους ασθενείς. Αυτή η έρευνα, με επικεφαλής την Klara Czernin, από το Ιατρικό Πανεπιστήμιο της Βιέννης στην Αυστρία, ανέφερε επίσης ότι τα περισσότερα χρόνια εργασιακής εμπειρίας στην ψυχιατρική, συνδέονται με την υιοθέτηση πιο κριτικών στάσεων απέναντι στη χρήση καταναγκαστικών πρακτικών.

Στόχος της παρούσας έρευνας ήταν να εξετάσει με ποιον τρόπο παράγοντες όπως, η εμπειρία της βίας στον χώρο εργασίας, η συναισθηματική επιβάρυνση από τη λεκτική βία, το να έχουν γίνει μάρτυρες περιστατικών καταναγκασμού, τα χρόνια εργασιακής εμπειρίας στην ψυχιατρική και  τα αισθήματα ανασφάλειας στον εργασιακό χώρο, επηρεάζουν τις στάσεις του προσωπικού απέναντι στη χρήση καταναγκαστικών πρακτικών στην ψυχιατρική.

Στην έρευνα συμμετείχαν 1.585 επαγγελματίες ψυχικής υγείας από τη Γερμανία, που εργάζονταν σε μονάδες ενηλίκων, παιδιών και δικαστικής ψυχιατρικής. Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο αυτο-αναφοράς σχετικά με τις στάσεις τους για τον καταναγκασμό, τη συχνότητα έκθεσης τους σε βία, την έκθεση σε περιστατικά εφαρμογής καταναγκαστικών πρακτικών στον χώρο εργασίας, τη λεκτική κακοποίηση, τα αισθήματα ανασφάλειας στον χώρο εργασίας.

Αρκετοί παράγοντες συνδέθηκαν με πιο θετικές στάσεις, απέναντι στη χρήση καταναγκασμού σε ψυχιατρικά περιβάλλοντα. Πιο συγκεκριμένα, το προσωπικό που παρουσίαζε υψηλότερα επίπεδα έκθεσης σε βία, ένιωθε ανασφάλεια στον χώρο εργασίας, είχε βιώσει συναισθηματική επιβάρυνση μετά από λεκτική κακοποίηση και χρησιμοποιούσε συχνά καταναγκαστικές συμπεριφορές σε ασθενείς, είχε πιο θετικές στάσεις για τον καταναγκασμό. Επίσης, η μεγαλύτερη ηλικία καθώς και η εργασία σε μονάδες δικαστικής ψυχιατρικής, συσχετίστηκαν με την υιοθέτηση πιο θετικών στάσεων, όσον αφορά τον καταναγκασμό στην ψυχιατρική.

Αντίθετα, το προσωπικό που είχε βιώσει συναισθηματική επιβάρυνση, έπειτα από μαρτυρία περιστατικών καταναγκασμού και είχε περισσότερα χρόνια εργασιακής εμπειρίας στην ψυχιατρική, είχε αναπτύξει πιο κριτική στάση απέναντι στον καταναγκασμό. Επιπρόσθετα, οι ερευνητές σημειώνουν πως η παροχή υποστήριξης στο προσωπικό έπειτα από ένα βίαιο περιστατικό στον χώρο εργασίας, μειώνει τα αισθήματα ανασφάλειας. Επίσης, σύμφωνα με τους συγγραφείς, αυτό ενδέχεται να λειτουργεί προληπτικά σε μελλοντικές εμπειρίες βίας και να αποτρέπει την μετατροπή αυτών των εμπειριών σε μεγαλύτερη αποδοχή του καταναγκασμού.

Η παρούσα έρευνα παρουσιάζει τέσσερις βασικούς περιορισμούς. Ειδικότερα, ο σχεδιασμός της έρευνας επιτρέπει μόνο την ανάδειξη συσχετίσεων και όχι αιτιωδών σχέσεων. Επίσης, η χρήση ερωτηματολογίων αυτο-αναφοράς σημαίνει ότι τα δεδομένα είναι ευάλωτα σε σφάλματα ανάκλησης, σε διαφορετικές ερμηνείες των ερωτήσεων και στην τάση των συμμετεχόντων να δίνουν κοινωνικά επιθυμητές αντί για ειλικρινείς απαντήσεις. Επιπλέον, οι ερευνητές αξιολόγησαν τις στάσεις απέναντι στον καταναγκασμό και όχι την πραγματική εφαρμογή καταναγκαστικών πρακτικών στο κλινικό πεδίο. Επιπρόσθετα, μερικοί μη μετρήσιμοι παράγοντες θα μπορούσαν να επηρεάζουν τις στάσεις απέναντι στον καταναγκασμό, όπως η κουλτούρα της οργάνωσης (organizational culture), το επίπεδο στελέχωσης των υπηρεσιών καθώς και τα χαρακτηριστικά των ασθενών.

Μετάφραση: Σπύρος Αναστασίου

Το άρθρο στο Mad in America εδώ.

Οι έρευνες:

Czernin, K., Oster, A., Mahler, L., & Baumgartner, J. S. (2026). Staff attitudes towards coercion in psychiatry: The role of violence, emotional burden, and insecurity – evidence from a nationwide study using multiple regression and moderation analyses. Comprehensive Psychiatry148, 152711. (Link)

Daguman, E. I., Yoxall, J., Lakeman, R., & Hutchinson, M. (2026). Functional, contextual, and interventional drivers of formal coercion in acute mental health units: A feature analysis. International Journal of Mental Health Nursing35(1). (Link)

Ferreira, S. (2026). Held but not healed – why coercive practices undermine mental health and Wellness. PLOS Mental Health3(4). (Link)

πρόσφατα