
Εισαγωγή
Είναι γνωστό ότι η γυναίκα ήταν πάντα στο στόχαστρο της κυρίαρχης ψυχιατρικής, ψυχανάλυσης και ψυχολογίας, δηλαδή των λεγόμενων ψ-επιστημών. Από την υστερία του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι τις ψυχαναλυτικές θεωρίες της θηλυκότητας και τις μεταγενέστερες ταξινομήσεις της «παθολογικής» συμπεριφοράς και των «διαταραχών προσωπικότητας» με ισχυρά έμφυλη διάσταση, η γυναίκα υπήρξε για αυτές τις επιστήμες κάτι περισσότερο από «ασθενής»: υπήρξε προνομιακό αντικείμενο ερμηνείας, επιτήρησης και κανονικοποίησης. Η θλίψη της, η δυσφορία της μέσα στον γάμο και τη μητρότητα, η σεξουαλικότητά της, η άρνησή της να υπακούσει, η οργή της απέναντι στην πατριαρχική οικογένεια και κοινωνία, μπορούσαν εύκολα να μεταφραστούν σε συμπτώματα και διαταραχές κατά το δοκούν της εκάστοτε ψυχιατρικής εξουσίας. Έργα όπως το Mad, Bad and Sad της Lisa Appignanesi (1) και το Museums of madness του Andrew Scull (2) έχουν αναδείξει τον έμφυλο χαρακτήρα της ανάπτυξης του θεσμού του ασύλου και τον συνήθη εκτοπισμό στα άσυλα των γυναικών που χαρακτηρίζονταν ως «δύστροπες» ή απλά εμπόδιζαν συγκεκριμένα οικονομικά ή προσωπικά συμφέροντα.
Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι μια τέτοια περίπτωση ακούσιου εγκλεισμού της συγγραφέως Rosina Bulwer Lytton είχε κεντρίσει το ενδιαφέρον του Karl Marx κατά τη διάρκεια της δημοσιογραφικής του δραστηριότητας ως αρθρογράφου του New York Tribune (1852-1861). Σε αυτό το άρθρο για το Mad in Greece θα μελετήσουμε την υπόθεση και θα εξετάσουμε τις ιδέες του Marx για την παροχή ψυχικής υγείας εκείνη την περίοδο.
Η Rosina Bulwer Lytton
Η Rosina γεννήθηκε στην Ιρλανδία το 1802 και πέθανε το 1882. Η μητέρα της, Anna Wheeler, ήταν μια γυναίκα που μελετούσε με πάθος φιλοσοφία και έμελλε να γίνει γνωστή στην εποχή της ως εκπρόσωπος του ριζοσπαστικού φεμινισμού. Οι σχέσεις της Rosina και της μητέρας της με τον πατέρα της οικογένειας υπήρξαν δύσκολες. Ο εθισμός του τελευταίου στο αλκοόλ δεν τις έκανε ευκολότερες. Ο πατέρας της Rosina πέθανε το 1820 εξαιτίας αυτού του εθισμού. Η Rosina υπήρξε σύζυγος του Edward Bulwer Lytton, πολιτικού και συγγραφέα που ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην εποχή του και στενός φίλος του Charles Dickens. Ο Bulwer Lytton πλέον θεωρείται ελάσσων συγγραφέας παρότι του αποδίδεται η πρώτη προσπάθεια συγγραφής επιστημονικής φαντασίας και η πρώτη χρήση της κλισέ πλέον φράσης για την έναρξη μιας αφήγησης: «Ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα» (στο βιβλίο του με τίτλο Paul Clifford -1830) (3).
Η Rosina γνώρισε τον Edward το 1825. Η σχέση ήταν εξαρχής με πλήρης δυσκολιών οι οποίες μεγεθύνονταν από την ισχυρή αντιπάθεια που είχε η μέλλουσα πεθερά της απέναντι στον «Ιρλανδικό» χαρακτήρα της Rosina και τις φεμινιστικές θέσεις της μητέρας της. Όπως γράφει η Virginia Blain: «Η Rosina ανήκε σε έναν μποέμικο, αριστοκρατικό κόσμο, βαθιά επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης—έναν κόσμο που, όσο προχωρούσε ο δέκατος ένατος αιώνας, έχανε ολοένα και περισσότερο την αίγλη του» (4). Εν τέλει παντρεύτηκαν το 1827. Μετά τη γέννηση των δύο παιδιών, η οικογενειακή ζωή του ζευγαριού υπήρξε κατακερματισμένη. Ο Edward δούλευε ασταμάτητα (δημοσίευσε πάνω από 50 μυθιστορήματα) και η Rosina περνούσε μεγάλα διαστήματα μόνη. Όταν η Rosina εναντιώθηκε στην ιδέα του Edward να φέρει την παράνομη σύντροφο του (είχε κάμποσες) στο ταξίδι τους στην Ιταλία, αυτός ήταν βίαιος.
Χώρισαν χωρίς να πάρουν διαζύγιο το 1836. Αυτή επέστρεψε στην Ιρλανδία με τα παιδιά, αλλά σύντομα ο Edward κατάφερε να της αφαιρέσει την επιμέλεια τους και αυτά θα έμεναν με μια φίλη της Rosina που υποστήριξε το σχέδιο του Edward. Η Rosina πέφτει σύντομα θύμα απάτης και περνά πολλά χρόνια σε μεγάλη φτώχεια αδυνατώντας να αξιοποιήσει το συγγραφικό της ταλέντο για να βιοποριστεί (έγραψε ωστόσο 10 μυθιστορήματα). Σε αυτό φαίνεται να συντέλεσε η δυνατότητα που είχε ο Edward να αποθαρρύνει τους πιο επιφανείς εκδοτικούς οίκους από το να δημοσιεύσουν τα έργα της εν διαστάσει συζύγου του. Προφανώς αυτό είχε τον διπλό στόχο να αποδυναμώσει τα σατιρικά προς αυτόν γραπτά της Rosina (υπήρχε η αίσθηση ότι όλοι οι «κακοί» χαρακτήρες στα βιβλία της είχαν αυτόν ως πηγή έμπνευσης) και να παρεμποδίσει την οικονομική της ανεξαρτησία. Υπάρχουν ενδείξεις ότι o Edward προσπάθησε να τη δηλητηριάσει. Το 1834 ο Edward είχε επιτεθεί στη Rosina με πρωτοφανή αγριότητα: πρώτα την απείλησε με μαχαίρι και στη συνέχεια της δάγκωσε ένα κομμάτι από το μάγουλο, τόσο βαθιά ώστε τα δόντια της άνω και της κάτω γνάθου ενώθηκαν μέσα στο στόμα της. Μετανιώνοντας αργότερα για τη σκληρότητά του, αναγνώρισε τη βιαιότητα του σε επιστολή προς τη Rosina, όπου παραδεχόταν: «Ήμουν μανιακός και κτηνώδης».
Ο ίδιος ο Edward μπόρεσε αρχικά να μπει στην πολιτική χάρη στη Rosina. Για να θέσει υποψηφιότητα για το κοινοβούλιο έπρεπε να πληροί την προϋπόθεση της ιδιοκτησίας γης. Η μητέρα του, όμως, αρνήθηκε να στηρίξει την πολιτική του σταδιοδρομία, επειδή η προσέγγισή του με πιο προοδευτικούς κύκλους ερχόταν σε σύγκρουση με τις δικές της συντηρητικές πεποιθήσεις. Έτσι, για να καλύψει την απαιτούμενη προϋπόθεση, ο Edward αξιοποίησε την ιρλανδική γη της Rosina, την οποία εκείνη είχε κληρονομήσει μετά τον θάνατο του πατέρα της. Και δεν περιορίστηκε σε αυτό: συνέχισε να ασκεί το αυτόματο νομικό δικαίωμα που του έδινε ο γάμος πάνω στην περιουσία της, φτάνοντας τελικά να την πουλήσει (3).
Παράλληλα ο Edward αποκτά πολλά χρήματα και πολιτική δύναμη. Ως πολιτικός εμφανίζεται ως άμωμος και ενάρετος παρά τις πολλαπλές εξωσυζυγικές σχέσεις. Μια εμμονή με τη φήμη και τα αξιώματα διαφαίνεται σε κάθε επιλογή του. Για παράδειγμα, μετά τον θάνατο της μητέρας του το 1843, ο Edward επιμήκυνε γελοιωδώς το όνομά του σε Sir Bulwer George Earle Lytton Bulwer-Lytton, προκαλώντας έτσι τη χλεύη συγχρόνων του, όπως ο συγγραφέας William Thackeray, ο οποίος τον αποκαλούσε κοροϊδευτικά «SawBulwergeorgearlittnbulwig»(3).
Ο Edward αρνούνταν πάντοτε να αυξήσει τη διατροφή της συζύγου του, παρότι είχε ιδιοποιηθεί την περιουσία της λίγο μετά τον γάμο τους και γνώριζε πολύ καλά τις οικονομικές της δυσκολίες. Ο λόγος της άρνησής του ήταν τακτικός: θεωρούσε ότι αυτό ήταν το μόνο όπλο που διέθετε στον αγώνα του για το διαζύγιο που εκείνη αρνούνταν να του παραχωρήσει. Διαζύγιο ήθελε και η Rosina αλλά με δικούς της όρους. Αντίθετα, ο Edward ήθελε η Rosina να παραδεχθεί ψευδώς ότι είχε η ίδια εξωσυζυγική σχέση και να μην αναφερθεί στις δικές του. Τα διαζύγια στη βικτωριανή Αγγλία ήταν μια πανάκριβη διαδικασία.
Ένας ιστορικός της λογοτεχνίας (Michael Sadleir) που ασχολήθηκε με το έργο του Edward χρόνια αργότερα συνέχισε αυτήν τη φαλλοκρατική αφήγηση υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα με τη Rosina ήταν οι φεμινιστικές ιδέες της μητέρας της (όπως αναφέρεται από τη Blain):
«Η κυρία Wheeler, απορροφημένη από τον δικό της συγκεχυμένο και πομπώδη νου, είχε πράγματι αυτοανακηρυχθεί σε ένα είδος επαναστατικής Σίβυλλας. Η αθεΐα, ο κομμουνισμός ενός οουενικού [αναφορά στον Robert Owen] μαζί και ιακωβίνικου, είδους, και—πάνω απ’ όλα—ο μαχητικός φεμινισμός, γέμιζαν το μυαλό της με μεθυστικές αφαιρέσεις και το στόμα της με ρητορεία… [Αργότερα], η κόρη σκλήρυνε και μετατράπηκε σε μόνιμο αντίγραφο της μητέρας της, γινόμενη και παραμένοντας μια φεμινίστρια εξίσου πλανημένη και εξίσου κουραστική…»(4).
Η μητρότητα για τη Rosina συνδέθηκε με μια μειωμένη συναισθηματική και εν τέλει κυριολεκτική εγγύτητα. Η κόρη της, Emily, στάλθηκε σε τροφό σχεδόν αμέσως μετά τη γέννησή της—μια πρακτική όχι ασυνήθιστη στις ανώτερες τάξεις της εποχής. Ο γιος της, Robert, γεννήθηκε δύο χρόνια αργότερα. Μετά τη διάσταση του ζευγαριού, όμως, η σχέση της Rosina με τα παιδιά της περιορίστηκε δραματικά. Το 1838 ο Bulwer κατάφερε να τα απομακρύνει από τη φροντίδα της, και από εκείνο το σημείο η επαφή της μαζί τους ουσιαστικά διακόπηκε. Την Emily δεν της επιτράπηκε να την ξαναδεί πριν τον θάνατο της από τύφο το 1848 (20 ετών)(5). Τον Robert θα τον συναντούσε ξανά μόνο πολλά χρόνια αργότερα, μετά τον εγκλεισμό της, αλλά η επανασύνδεση αυτή κράτησε λίγο. Όπως θα δούμε, ύστερα από μερικούς μήνες μητέρα και γιος συγκρούστηκαν, και εκείνος δεν την ξαναείδε ποτέ.
Το ξέσπασμα και ο εγκλεισμός
Το 1857 η Rosina δημοσίευσε μια μπροσούρα που κυκλοφόρησε ευρέως με τον τίτλο: Lady Bulwer Lytton’s Appeal to the Justice and Charity of the English Public [«Έκκληση της Lady Bulwer Lytton στη δικαιοσύνη και τη φιλανθρωπία του αγγλικού κοινού»]. Σε αυτή παρουσίαζε τα βασικά της παράπονα εναντίον του συζύγου της και απηύθυνε μια ευθεία έκκληση για οικονομική βοήθεια. Όπως υποστήριζε, «παρά τη σύγχρονη πρόοδο, δεν υπάρχουν ακόμη πτωχοκομεία για τις άπορες συζύγους πλούσιων ανδρών».
Το 1858, μετά τον διορισμό του Edward ως Υπουργού Αποικιών στην κυβέρνηση του λόρδου Derby εκείνη ταξίδεψε στο Hertford την ημέρα που βρισκόταν εκεί ο ίδιος για μια ομιλία, προκειμένου να τον καταγγείλει στους ψηφοφόρους του. Εμφανίστηκε στον χώρο της συγκέντρωσης για να πει στον λαό «την αλήθεια» για τον «Sir Liar» [«Κύριο Ψεύτη»], όπως επέμενε να τον αποκαλεί σε αμφότερα τα γραπτά και τα προφορικά της ξεσπάσματα, και για να μοιράσει αντίτυπα της Έκκλησης. Ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στο πλήθος. Ο Edward έσπευσε να επιστρέψει στο Λονδίνο και διέδωσε ότι ήταν μεθυσμένη και «τρελή». Λίγο αργότερα, οργάνωσε τον βίαιο εγκλεισμό της που έμοιαζε περισσότερο με απαγωγή.
Η Rosina αφηγείται το συμβάν ως εξής:
«Τη στιγμή που μπήκα με την άμαξα στον χώρο της συγκέντρωσης, το πλήθος άρχισε να ζητωκραυγάζει· ακόμη και οι δύο πουδραρισμένοι υπηρέτες του Sir Liar, καθώς και οι δύο αμαξάδες του, έβγαλαν τα καπέλα και τα πηλήκιά τους και ενώθηκαν με το πλήθος. Κατέβηκα αμέσως και προχώρησα ήρεμα και αποφασιστικά προς την εξέδρα, παραμερίζοντας απλώς τον κόσμο με τη βεντάλια μου και λέγοντας: «Καλοί μου άνθρωποι, κάντε χώρο για τη σύζυγο του βουλευτή σας». Τότε άρχισαν να ζητωκραυγάζουν και να φωνάζουν: «Ησυχία για τη Lady Lytton!». Το κεφάλι του Sir Liar έπεσε κυριολεκτικά σαν να τον είχαν πυροβολήσει…
Έπειτα, γυρίζοντας προς το πλήθος, είπα: «Άνδρες του Hertfordshire [Herts]! Αν έχετε καρδιές [hearts] ανδρών, ακούστε με!» «Θα σας ακούσουμε. Ο Θεός να σας ευλογεί! Μιλήστε!» Τότε ο Sir Liar, με τα χέρια μπροστά στο πρόσωπό του, όρμησε να φύγει από την εξέδρα. Το πλήθος άρχισε να τον αποδοκιμάζει και να φωνάζει: «Α, δειλέ! Είναι ένοχος. Δεν τολμά να την αντικρίσει» — λόγια που πρέπει να είχε την ευχαρίστηση να ακούσει, αφού, αντί να παραστεί στο δημόσιο πρόγευμα στο Corn Exchange, το έσκασε από την πόλη και τους άφησε όλους στα κρύα του λουτρού»(6).
Ο Edward είχε συμβουλευτεί, μεταξύ άλλων, τον δρα John Conolly (διάσημο για τον «εξανθρωπισμό» των ασύλων), στον οποίο είχαν απευθυνθεί και άλλοι λογοτέχνες, όπως ο Dickens και ο Thackeray, με σκοπό να στείλουν τις συζύγους τους σε άσυλα (3). Μάλιστα, ο οίκος στον οποίο έγινε ο εγκλεισμός της Rosina διαχειριζόταν από τον γαμπρό του Conolly, Robert Gardiner-Hill (7).
Κανόνισε να σύρουν τη σύζυγό του από το σπίτι της δύο άνδρες και να τη μεταφέρουν σε έναν οίκο για φρενοβλαβείς, αν και, λόγω της πίεσης της κοινής γνώμης, εκείνη αφέθηκε ελεύθερη ύστερα από τρεις εβδομάδες. Η δική της αφήγηση, πάντως, όπως αποδίδεται στα απομνημονεύματα της δεν παρουσιάζει την εμπειρία αποκλειστικά ως σκηνικό τρόμου αλλά ως μια ακόμα απόδειξη της διαδεδομένης διαφθοράς και σύμπνοιας του Τύπου με την κυβέρνηση και την ιατρική εξουσία (6). Η Rosina αντιλαμβανόταν πως είχε ήδη κερδίσει μια μεγάλη ηθική νίκη. Η ίδια περιγράφει ότι είχε μια πολύ ευχάριστη αλληλεπίδραση με την οικονόμο και κόρη του υπεύθυνου της δομής την οποία συμπάθησε ιδιαίτερα.
Τέσσερις μήνες μετά το «εξιτήριο», μητέρα και γιος έμειναν μαζί μέχρι που είχαν έναν έντονο καβγά, και δεν ξαναείδαν ποτέ ο ένας τον άλλον. Το 1873 πέθανε ο Edward. Εννέα χρόνια αργότερα, το 1882, πέθανε και η Rosina, εξακολουθώντας όμως να ζει σε συνθήκες φτώχειας.
Ο αντιψυχίατρος Karl Marx
Στη βικτωριανή Αγγλία μέλη οικογενειών μπορούσαν να μεταφερθούν περισσότερο ή λιγότερο διακριτικά σε ιδιωτικά φρενοκομεία ή ακόμη και να περιοριστούν μέσα στο ίδιο το οικογενειακό σπίτι. Η διάγνωση «τρέλας» ήταν, φυσικά, ένα αποτελεσματικό και συχνά μόνιμο αντίδοτο απέναντι σε έναν ενοχλητικό ή (συχνότερα) μια ενοχλητική σύζυγο (8). Υπήρχαν μεγάλα περιθώρια για διαφθορά και δωροδοκίες μεταξύ των οικογενειών και των ιατρών.
Ο Marx αναφέρεται στην υπόθεση της Rosina σε δύο άρθρα του για το New York Tribune, εφημερίδα για την οποία έγραφε τακτικά για περίπου μια δεκαετία. Στο πρώτο με ημερομηνία τις 23 Ιουλίου 1858 με τίτλο «Imprisonment of Lady Bulwer-Lytton» μιλάει εκτενώς για την υπόθεση (9). Στο δεύτερο, δημοσιευμένο περίπου ένα μήνα αργότερα (20 Αυγούστου) αναφέρεται ονομαστικά στην υπόθεση αλλά ασχολείται περισσότερο με τα δεδομένα που έδειχναν την αύξησης της «τρέλας» στη Μεγάλη Βρετανία που αποδίδεται και στον τίτλο του άρθρου (The Increase of Lunacy in Great Britain) (10).
Ο Marx μιλά ξεκάθαρα για μια «συνωμοσία της σιωπής» του Τύπου γύρω από την υπόθεση της Rosina. Αυτό που τον απασχολεί δεν είναι μόνο ο βίαιος εγκλεισμός μιας γυναίκας, αλλά η ταχύτητα με την οποία ο συντηρητικός Τύπος λόγω των πολιτικών διασυνδέσεων και της λογοτεχνικής φήμης του Edward επιχείρησαν να μετατρέψουν ένα δημόσιο ζήτημα ελευθερίας και ισότητας σε «επώδυνη» προσωπική και οικογενειακή υπόθεση.
Ακόμη πιο διορατική είναι η ειρωνεία του απέναντι στην υπεράσπιση του υπεύθυνου ιατρού Hill και του γιου της Rosina τον οποίο κατηγορεί για υποκρισία σε όλο το άρθρο. Η Rosina, έλεγαν, δεν είχε κλειδωθεί σε σκοτεινό κελί. Είχε άμαξα, περιπάτους και την ευγενική μεταχείριση του νέου, πιο «ανθρωπιστικού» συστήματος. Ο Marx απαντά ότι αυτή η μεταβολή της μορφής δεν αναιρεί την ουσία του περιορισμού. Γράφει:
«Οι φιλικές γκριμάτσες, η χαμογελαστή ανεκτικότητα, τα παιδιαρίστικα καλοπιάσματα, οι γλοιώδεις αηδίες, το γεμάτο νόημα κλείσιμο των ματιών και η προσποιητή γαλήνη μιας ομάδας εκπαιδευμένων φροντιστών μπορούν να οδηγήσουν μια ευαίσθητη γυναίκα στην τρέλα, όπως και τα κρύα λουτρά, οι ζουρλομανδύες, οι βίαιοι φύλακες και οι σκοτεινοί θάλαμοι» (9). Ο Marx συνεχίζει υποστηρίζοντας ότι η Rosina αντιμετωπίστηκε πράγματι ως «τρελή». Απλώς σύμφωνα με τους κανόνες του νέου και όχι του παλαιού συστήματος.
Ο Marx επιμένει επίσης στο ζήτημα της ιατρικής γνωμάτευσης. Οι γιατροί που χρησιμοποιήθηκαν για να νομιμοποιήσουν την αρπαγή της δεν ήταν οι περίφημοι ειδικοί που επικαλούνταν πατέρας και γιος, αλλά πρόσωπα περιορισμένου κύρους και εμφανώς πρόθυμα.
Όπως λέει: «Στην πραγματικότητα, οι γιατροί με τη συγκατάθεση των οποίων η Lady Bulwer απήχθη ήταν οτιδήποτε άλλο παρά “οι πιο έμπειροι και ικανοί γιατροί”. Οι άνδρες που προσέλαβε ο Sir Edward ήταν ένας κ. Ross, ένας φαρμακοποιός της πόλης, τον οποίο, όπως φαίνεται, η άδεια του για πώληση φαρμάκων μετέτρεψε ξαφνικά σε ψυχολογική αυθεντία, και ένας κ. Hale Thompson, που παλαιότερα είχε σχέση με το Νοσοκομείο του Westminster [σημείωση ΝΜ: ως οφθαλμίατρος!], αλλά ήταν εντελώς άγνωστος στην επιστημονική κοινότητα».
Οι γιατροί με μεγαλύτερη αναγνώριση εμφανίστηκαν μόνο αργότερα, όταν η δημόσια πίεση είχε ήδη αρχίσει να αναγκάζει τον Bulwer να αναδιπλωθεί. Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, για τον Marx, δεν ήταν αν η Rosina μπορούσε πλέον να απελευθερωθεί, αλλά αν ο αρχικός περιορισμός της είχε υπάρξει ποτέ δικαιολογημένος.
Στο τέλος, ο Marx μεταφέρει την υπόθεση από την οικογένεια στη δημόσια σφαίρα. Υπό τον μανδύα του νόμου περί παραφροσύνης, μπορούσαν άραγε ισχυροί άνδρες να εξασφαλίζουν κάτι ανάλογο με lettres de cachet*, πληρώνοντας δύο πρόθυμους επαγγελματίες; Η υπόθεση της Rosina αποκάλυπτε ότι η ψυχιατρική αυθεντία, η οικογενειακή εξουσία, ο Τύπος και η πολιτική προστασία μπορούσαν να λειτουργήσουν με εντυπωσιακή σύμπτωση συμφερόντων και προτεραιοτήτων. Η ελευθερία μιας ευάλωτης γυναίκας γινόταν διαπραγματεύσιμη, ενώ η υπόληψη ενός ισχυρού άνδρα προστατευόταν ως ζήτημα δημόσιας τάξης. Ο Marx αναφέρεται στην άποψη του δρος Forbes Winslow, αρχισυντάκτη του «The Journal of Psychological Medicine», «στον οποίο είχαν προηγουμένως απευθυνθεί οι νομικοί σύμβουλοι της Lady Bulwer, που βεβαιώνει ότι, “έχοντας εξετάσει τη Lady Lytton ως προς την ψυχική της κατάσταση”, διαπίστωσε ότι αυτή ήταν τέτοια που “δικαιολογούσε την απελευθέρωσή της από τον περιορισμό”.
Στο μεταγενέστερο άρθρο του, ο Marx μετατοπίζει το ενδιαφέρον του από το σκάνδαλο της Rosina σε μια πολιτική οικονομία της «τρέλας» στη βικτωριανή Βρετανία. Η εισαγωγή του είναι εντυπωσιακή στη λιτότητα και την ακρίβεια της: «Δεν υπάρχει ίσως πιο καλά τεκμηριωμένο γεγονός στη βρετανική κοινωνία από την παράλληλη αύξηση του σύγχρονου πλούτου και της ένδειας. Περιέργως, ο ίδιος νόμος φαίνεται να ισχύει και ως προς την τρέλα». Η αύξηση της τρέλας, παρατηρεί, «συμβάδισε με την αύξηση των εξαγωγών και ξεπέρασε την αύξηση του πληθυσμού». Ο Marx αντιμετωπίζει την τρέλα ως κοινωνικό φαινόμενο που αναπτύσσεται μέσα στην ίδια ιστορική κίνηση που παράγει πλούτο, εμπόριο, φτώχεια και νομικούς μηχανισμούς.
Από εκεί περνά στην υλική γεωγραφία του εγκλεισμού. Στην Αγγλία και την Ουαλία υπήρχαν, όπως σημειώνει, 37 δημόσια άσυλα, 15 νοσοκομεία, 116 ιδιωτικοί αδειοδοτημένοι οίκοι και, τέλος, τα πτωχοκομεία. Η ταξική διαίρεση είναι σαφής. Τα δημόσια άσυλα προορίζονταν για τους φτωχούς φρενοβλαβείς και, τουλάχιστον στα χαρτιά, έπρεπε να λειτουργούν ως χώροι θεραπείας και όχι απλής φύλαξης. Στην πράξη, όμως, ήταν υπερπλήρη και ανεπαρκή. Το παράδειγμα του Hanwell είναι ενδεικτικό: χτίστηκε το 1831 για 500 ασθενείς, γέμισε μέσα σε δύο χρόνια, επεκτάθηκε λίγο αργότερα, και τελικά φιλοξενούσε πάνω από 1.000 ανθρώπους. Το Colney Hatch άνοιξε το 1851 για να αποσυμφορήσει την κατάσταση, αλλά μέσα σε λιγότερο από πέντε χρόνια χρειάστηκε ξανά νέα χρηματοδότηση από τους φορολογούμενους.
Το πρόβλημα, για τον Marx, δεν ήταν μόνο η έλλειψη χώρου. Ήταν η σύγχυση ανάμεσα στη θεραπεία και την χρήση των ιδρυμάτων αυτών ως «αποθήκες» ανθρώπων. Τα άσυλα ήταν «πολύ μεγάλα για να διοικούνται σωστά», ενώ ο αριθμός τους ήταν πολύ μικρός για να ανταποκριθεί στην αύξηση των περιστατικών. Γι’ αυτό επιμένει ότι θα έπρεπε να υπάρχει διάκριση ανάμεσα σε άσυλα για τα άτομα διαγνωσμένα με ανίατη ασθένεια και νοσοκομεία για τα άτομα με καλύτερη πρόγνωση. Με το να στοιβάζονται όλοι μαζί, κανείς δεν λάμβανε την κατάλληλη φροντίδα.
Στην άλλη πλευρά βρίσκονταν οι ιδιωτικοί αδειοδοτημένοι οίκοι, προορισμένοι κυρίως για τα πιο εύπορα στρώματα. Ένας τέτοιος οίκος ήταν αυτός που «περιέθαλψε» τη Rosina. Εναντίον αυτών των «άνετων καταφυγίων», όπως ειρωνικά σημειώνει ο Marx ότι αυτοαποκαλούνταν, είχε μόλις ξεσηκωθεί η δημόσια αγανάκτηση, με αφορμή την απαγωγή της Rosina και τη φρικτή κακοποίηση της Mrs Turner στο Acomb House. Με την υποστήριξη της κοινής γνώμης, η υπόθεση Rosina μπορούσε έτσι να ανοίξει ένα μεγαλύτερο ερώτημα: τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από τις πόρτες αυτών των ιδρυμάτων, δημόσιων και ιδιωτικών;
Η εκτίμηση του Marx είναι απαισιόδοξη. Στα άσυλα, όπου κατέληγαν χιλιάδες φτωχοί ψυχικά πάσχοντες, η λογική της οικονομίας υπερίσχυε της φροντίδας. Στο άσυλο του Norwich, «ακόμη και τα κρεβάτια των άρρωστων και αδύναμων ασθενών ήταν από άχυρο». Δεν υπήρχαν αποχωρητήρια με νερό, η νυχτερινή επιτήρηση είχε καταργηθεί, έλειπαν κουβέρτες, πετσέτες, καρέκλες, πιάτα, κουτάλια και ο αερισμός ήταν κακός. Το συμπέρασμά του έχει την κλασική αιχμηρότητα της μαρξικής γραφής: «Σε γενικές γραμμές, υπάρχουν λίγοι αγγλικοί στάβλοι που, σε σύγκριση με τους θαλάμους των φρενοβλαβών στα πτωχοκομεία, δεν θα έμοιαζαν με δωμάτια κομψής διακόσμησης· και όπου η μεταχείριση που δέχονται τα τετράποδα δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σχεδόν τρυφερή, αν συγκριθεί με τη μεταχείριση των φτωχών παραφρόνων».
Κάνοντας τη γυναίκα να σωπάσει
Η υπόθεση της Rosina δείχνει πόσο εύκολα η ψυχιατρική εξουσία μπορούσε να απονομιμοποιήσει τον θυμό μιας γυναίκας όταν αυτός στρεφόταν εναντίον της πατριαρχικής βίας. Η Jane Marcus έχει υποστηρίξει ότι «ο θυμός και η δίκαιη αγανάκτηση είναι τα δύο συναισθήματα που προκαλούν τη μεγαλύτερη εχθρότητα από τους ισχυρούς όταν εκφράζονται από τους ανίσχυρους» (11). Η Rosina τιμωρήθηκε ακριβώς επειδή η αγανάκτησή της δεν έμεινε στην ιδιωτική σφαίρα. Έγινε δημόσια, θεατρική, επίμονη και επομένως αφόρητη.
Η φράση μιας γυναίκας της εποχής συμπυκνώνει το κλίμα: «Φυσικά, τα πάντα είναι αλήθεια, αλλά είναι σοκαριστικό να μιλά μια γυναίκα εναντίον του συζύγου της» (4). Η αλήθεια μπορούσε να γίνει ανεκτή μόνο όσο παρέμενε στις παρυφές της ιδιωτικής σφαίρας. Από τη στιγμή που ειπώθηκε δημόσια, μετατράπηκε σε απρέπεια και υστερική εμμονή. Το μοτίβο δεν περιορίζεται στη δική της περίπτωση. Ο Dickens προσπάθησε να κλείσει τη γυναίκα του και μητέρα των παιδιών του Catherine σε άσυλο όταν αποφάσισε να ζήσει ελεύθερα με την εξωσυζυγική του σχέση, ενώ η σύζυγος του Thackeray πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής της σε άσυλα μετά τη γέννηση του τρίτου της παιδιού (αν και αυτός φέρεται να ήταν πιο υποστηρικτικός). Η βικτωριανή λογοτεχνική κοινότητα είχε τις δικές της ιστορίες συζυγικής βίας, ψυχιατρικής καταπίεσης και εξαφάνισης της γυναίκας που κρίνεται πλέον ανεπιθύμητη (12).
Η υπόθεση της Rosina προσέλκυσε το ενδιαφέρον άλλων ανθρώπων που είχαν εμπειρία εγκλεισμού εκείνη την εποχή (5). Παρότι η νομοθεσία για την ψυχιατρική κράτηση είχε ήδη γνωρίσει ορισμένες μεταρρυθμίσεις, η προστασία απέναντι στην αυθαίρετη χρήση της παρέμενε ανεπαρκής. Για όσους διέθεταν χρήματα, γνωριμίες και κοινωνικό κύρος, ο νόμος μπορούσε ακόμη να χρησιμοποιηθεί με αξιοσημείωτη ευκολία, είτε για λόγους οικογενειακής ευκολίας είτε για οικονομικό όφελος. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και ο Dickens, στον David Copperfield, βάζει την Betsey Trotwood να εξηγεί πως ο αγαπητός «Mr Dick» λίγο έλειψε να καταλήξει σε ιδιωτικό άσυλο επειδή ο αδελφός του τον θεωρούσε κάπως εκκεντρικό και δεν ήθελε να τον έχει μέσα στο σπίτι (5).
Απέναντι σε αυτές τις καταχρήσεις είχε ήδη συγκροτηθεί, από το 1845, η Alleged Lunatics’ Friend Society, μια οργάνωση πρώην εγκλείστων που διεκδικούσε προστασία για όσους χαρακτηρίζονταν ψυχικά ασθενείς χωρίς επαρκή λόγο. Ένα από τα μέλη της, ο John Perceval, γιος του πρωθυπουργού Spencer Perceval, είδε στην υπόθεση της Rosina ακριβώς αυτό που είδε και ο Marx: μια υπόθεση αρκετά ηχηρή ώστε να ανακόψει την αδιαφορία. Σε επιστολή του στο Morning Advertiser, υποστήριξε ότι χρειάστηκε η περίπτωση ενός «διακεκριμένου θύματος» όπως η Rosina για να κινητοποιηθεί η κοινή γνώμη και να αναγκαστεί ο Τύπος να ζητήσει μεταρρύθμιση των ψυχιατρικών θεσμών.
Έχει προταθεί ότι η εξουσία του βικτωριανού συζύγου πάνω στη γυναίκα του και στην περιουσία της μπορεί να περιγραφεί με αποικιακούς όρους: ως η κυριαρχία της μητρόπολης πάνω στην περιφέρεια (3). Η Mulvey-Roberts επισημαίνει τον παραλληλισμό ανάμεσα στον εγκλεισμό μιας ενοχλητικής συζύγου του Υπουργού των Αποικιών και στην καταστολή μιας αποικίας που βρίσκεται σε εξέγερση, ιδίως αν θυμηθούμε ότι η Rosina ήταν Ιρλανδή.
Ακόμη και σε σύγχρονες αποτιμήσεις, επιβιώνει η παλιά τάση να εξηγείται η ανδρική βία μέσα από τη γυναικεία πρόκληση. Η ίδια η Mulvey-Roberts γράφει απρόσμενα: «Παρότι η σκληρότητα του Bulwer απέναντι στη Rosina δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, πρέπει να αναγνωριστεί ότι είχε προκληθεί έντονα, καθώς εκείνη τον χλεύαζε ανελέητα, στοχεύοντας τα μεγαλύτερα τρωτά του σημεία: το οικογενειακό του όνομα, τη σταδιοδρομία του και τη φήμη του — τα βασικά συστατικά της δημόσιας αίγλης του». Η διατύπωση είναι εντυπωσιακή για ένα άρθρο που γράφτηκε το 2001: η κακοποίηση αποδοκιμάζεται, αλλά η γυναικεία φωνή εξακολουθεί να εμφανίζεται ως η αρχική υπέρβαση.
Αυτή η τοποθέτηση θυμίζει έντονα τις απόψεις που διατυπώνονται με την ευκολία της διαδικτυακής αμεσότητας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για την έμφυλη βία και τις γυναικοκτονίες: τι είπε, πόσο προκάλεσε, γιατί δεν έφυγε, γιατί δεν σώπασε. Στην περίπτωση της Rosina, ο θυμός έγινε απόδειξη τρέλας και η αντίσταση στη βία σύμπτωμα. Η τάξη έπαιξε φυσικά καθοριστικό ρόλο (8). Η δική της υπόθεση έγινε σκάνδαλο επειδή είχε όνομα, τίτλους, πρόσβαση στη δημοσιότητα και λογοτεχνική ευφράδεια. Για τις γυναίκες της εργατικής τάξης, η ίδια διαδρομή προς την ιδρυματική ή την κυριολεκτική εξαφάνιση σπάνια άφηνε και αφήνει ίχνη.
*Το lettre de cachet ήταν ένα έγγραφο που εξέδιδε απευθείας ο Γάλλος βασιλιάς και με το οποίο μπορούσε να διατάξει τη σύλληψη, την εξορία ή τον εγκλεισμό οποιουδήποτε προσώπου θεωρούνταν ανεπιθύμητο χωρίς να απαιτείται δίκη ή οποιαδήποτε άλλη δικαστική διαδικασία. Αποτελούσε χαρακτηριστικό εργαλείο αυθαιρεσίας του γαλλικού Παλαιού Καθεστώτος.
Βιβλιογραφία
1. Appignanesi L. Mad, bad and sad: a history of women and the mind doctors from 1800 to the present. London: Virago; 2008.
2. Scull A. Museums of madness: the social organization of insanity in nineteenth-century England. 1. publ. London: Allen Lane; 1979. 275 p.
3. MULVEY-ROBERTS M. Fame, Notoriety and Madness: Edward Bulwer-Lytton Paying the Price of Greatness. Critical Survey. 2001;13(2):115–34.
4. Blain V. Rosina Bulwer Lytton and the Rage of the Unheard. Huntington Library Quarterly. 1990 Jul;53(3):211–36. doi:10.2307/3817439
5. Latané DE. Edward Bulwer Lytton’s committal of his wife Rosina to a private mental asylum in 1858. The Victorian Web [Internet]. 2019. Available from: https://victorianweb.org/authors/bulwer/latane.html
6. Lytton RBL. A blighted life : A true story by Baroness Rosina Bulwer Lytton Lytton. London: The London Publishing Office.; 1880.
7. Homberger MA. Wrongful Confinement and Victorian Psychiatry, 1840-1880. Queen Mary College, University of London; 2001.
8. Milne‐Smith A. Gender and madness in nineteenth‐century Britain. History Compass. 2022 Nov;20(11):e12754. doi:10.1111/hic3.12754
9. Marx K. Imprisonment of Lady Bulwer-Lytton. New York Tribune [Internet]. 1858. Available from: https://marxengels.public-archives.com/en/ME1074en.html
10. Marx K. The Increase of Lunacy in Great Britain. New York Tribune. 1858.
11. Marcus J. Art and Anger. Feminist Studies. 1978 Feb;4(1):68. doi:10.2307/3177626
12. Small H. Love’s Madness: Medicine, the Novel, and Female Insanity, 1800-1865 [Internet]. 1st ed. Oxford University PressOxford; 1998 [cited 2026 Jun 6]. Available from: https://academic.oup.com/book/1494 doi:10.1093/acprof:oso/9780198184911.001.0001
