
Σε μια ψυχαναλυτική εκπαίδευση που παρακολουθούσα η κουβέντα μεταξύ των σύνεδρων είχε φτάσει στο επίκαιρο τότε θέμα του νομοσχεδίου περί γάμου ομόφυλων ζευγαριών. Κάποια στιγμή ο εκπαιδευτής ψυχαναλυτής μπήκε διστακτικά στη συζήτηση λέγοντας «εμένα όλο αυτό [ο γάμος ομόφυλων ζευγαριών] δεν με βρίσκει πολύ σύμφωνο». Δεν συνέχισε την αιτιολόγησή του, αλλά πολύ πιθανό να πήγαινε στην κατεύθυνση—όπως συνήθως πήγαινε—κάποιων ψυχαναλυτικών γενικοτήτων σχετικά με τον πρωτόγονο πατέρα, την απαγόρευση και το Οιδιπόδειο. Σε μια άλλη συγκυρία, είχα βρεθεί στο γραφείο ενός (κλασικού) ψυχαναλυτή για μια συνέντευξη καταλληλότητας για ανάλυση προσαρμοζόμενου κόστους. Η κουβέντα είχε πάει προς τις κοινωνικές ορίζουσες της ψυχανάλυσης, όπου και ο ψυχαναλυτής είπε κάτι του τύπου «εγώ κάνω κλινικό έργο. Τι σχέση έχουν αυτά τα κοινωνικά ζητήματα;».
Απέναντι σε τέτοιες γενικότητες και (κατα)χρήσεις της ψυχανάλυσης επιχειρεί να σταθεί το βιβλίο του Florent Gabarron-Garcia με τίτλο Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πότλατς σε μετάφραση Ελένης Καραφύλλη και Κίμωνα Σχοινά. Το βιβλίο δηλαδή παίρνει θέση εναντίον αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί «ψυχαναλυσμός», την πεποίθηση που θέλει την ψυχανάλυση να είναι πολιτικά ουδέτερη, κατέχοντας υποτίθεται την υπερ-ιστορική και ψυχική αλήθεια της ανθρώπινης φύσης, ενισχύοντας έτσι, αναπόφευκτα, την αστική ιδεολογία. Είναι αυτός ο ψυχαναλυσμός που επιτρέπει διάφορα ψυχαναλυτικά αντιδραστικά φληναφήματα όπως το ότι τα άτομα που συμμετέχουν σε χειραφετητικούς αγώνες το κάνουν ως μια εξέγερση κατά του πρωτόγονου πατέρα, μαζί με άλλα πολλά παραδείγματα που ο Florent Gabarron-Garcia μάς δίνει στην εισαγωγή. Ο συγγραφέας στο βιβλίο θα προσπαθήσει να αποδώσει μια απωθημένη ιστορία της ψυχανάλυσης μέσα από την σύνδεσή της με λαϊκούς αγώνες και με ψυχαναλυτές και ψυχαναλύτριες που συμμετείχαν σε χειραφετητικά κινήματα κατά το παρελθόν. Αυτό το εγχείρημα σχετίζεται φυσικά και με την πολιτική και επαγγελματική πορεία του Gabarron-Garcia, ο οποίος εκπαιδεύτηκε στην προοδευτική κλινική της Λα Μπορντ, είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού Chimères, ιδρυμένο από τους Deleuze και Guattari (ο οποίος επίσης έδρασε στη Λα Μπορντ, ως ιδρυτικό μέλος), ενώ είναι επίκουρος καθηγητής του πανεπιστημίου Paris 8.
Ακολουθεί μια σύντομη έκθεση των βασικών σημείων του κάθε κεφαλαίου με κάποια επιμέρους σχόλια και αργότερα μια συνολική κριτική αξιολόγηση.
Το πρώτο κεφάλαιο καταπιάνεται με μια παραγνωρισμένη πτυχή του Freud με βάση δύο άξονες: 1) το κάλεσμα του πατέρα της ψυχανάλυσης στο Παγκόσμιο Ψυχαναλυτικό Συνέδριο του 1918 στη Βουδαπέστη για μια επέκταση της ψυχανάλυσης στα λαϊκά στρώματα—και όχι μόνο στους εύπορους αστούς—που οδήγησε στην ίδρυση δώδεκα πολικλινικών (πολι- από το πολιτικός) σε όλη την Ευρώπη (σ. 26) και 2) το δοκίμιο του Freud Το Μέλλον μιας Αυταπάτης, στο οποίο φαίνεται να διαγιγνώσκει πως μεγάλο μέρος της δυσφορίας μέσα στον πολιτισμό οφείλεται στην καταπίεση της πλειονότητας από μια άρχουσα μειονότητα, πράγμα που δικαιολογεί την εξέγερση της πρώτης εναντίον της δεύτερης. Η άποψη αυτή του Freud τοποθετείται στο επαναστατικό συγκείμενο εκείνης της εποχής και συνήθως επισκιάζεται (από τον ψυχαναλυσμό) από επόμενα πιο πεσιμιστικά έργα του, όπως είναι η Δυσφορία Μέσα Στο Πολιτισμό (Freud, 2013). Αυτή είναι μια πολλή σημαντική βιβλιογραφική και ιστορική διευκρίνιση, αναρωτιέται όμως κανείς αν ο Gabarron-Garcia τείνει να εξιδανικεύει ή έστω να απομονώνει αυτήν την θεωρητική πτυχή του Freud από υπόλοιπα κείμενά του, ένα εκ των οποίων είναι και το προγενέστερο Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ (Freud, 2014), όπου τονίζεται η ταύτιση της μάζας με έναν ηγέτη. Άλλη σημαντικό σημείο του κεφαλαίου —πέρα από αναφερόμενες δράσεις επιμέρους ψυχαναλυτών—αφορά τα πεπρωμένα της ψυχανάλυσης στην επαναστατημένη Ρωσία και την δουλειά της Vera Schmidt, ιδρυτικό μέλος της Ρωσικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Η Schmidt δημιούργησε το Παιδικό Σπίτι, που δεχόταν παιδιά πρώιμης παιδικής ηλικίας και έδινε έμφαση στην πολύμορφη σεξουαλικότητα του παιδιού, στην επιθυμία του για γνώση και στην αντικατάσταση της αυθεντίας του παιδαγωγού από μια σχέση μεταβίβασης με τον εκπαιδευτικό, προφανώς με ψυχαναλυτικούς όρους.
Το δεύτερο κεφάλαιο ασχολείται με την αμφιλεγόμενη φιγούρα του Wilhelm Reich, ο οποίος το 1920 γίνεται μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας της Βιέννης και λίγο αργότερα θα δραστηριοποιηθεί στην πολικλινική της Βιέννης. Ο Reich μέσα από τη ψυχαναλυτική δράση του αλλά και το σεμινάριό του θα ασχοληθεί ιδιαίτερα με θέματα θεραπείας και τεχνικής, ενώ θα είναι από τους πρώτους που θα τονίσουν ότι η μια ενεστώσα/σύγχρονη νεύρωση δεν οφείλεται αποκλειστικά στην νευρωτική ιστορία του υποκειμένου, αλλά πολύ συχνά στις συνθήκες κοινωνικής εξαθλίωσης στις οποίες ζει: η καταστολή της γενετήσιας ενόρμησής του οφείλεται πιθανώς στο ότι μοιράζεται ένα δωμάτιο με άλλα 12 άτομα και είναι αυτή η παραδοχή που θα επιτρέψει την ανάλυση του νευρωτικού παρελθόντος του και του τωρινού συμπτώματός του. Έτσι, θα είναι από τους πρώτους που συνηγορούσε στο να αναγνωριστεί «…ο κεντρικός ρόλος των κοινωνικών και υλικών συνθηκών στην ψυχική δυσφορία των άπορων ασθενών» (Gabarron-Garcia, 2026, σ. 59). Είναι μάλλον αυτές οι απόψεις που θα τον οδηγήσουν στη στράτευση με τον κομμουνισμό αλλά και στην ρήξη με τον Freud, ο οποίος δεν δεχόταν την κριτική του Reich για την οικογένεια και την εισαγωγή του κοινωνικού στη θεραπεία. Θα μεταναστεύσει στο Βερολίνο, όπου θα τον απασχολήσει η λιβιδινική πρόσδεση των μαζών σε φασιστικά κινήματα (κάτι σημαντικό για την λακανική αριστερά σήμερα), ενώ πριν είχε ιδρύσει τη Γερμανική Εταιρεία για μια Προλεταριακή Σεξουαλική Πολιτική, γνωστή ως Sexpol, υποστηρίζοντας προοδευτικά μέτρα, όπως το δικαίωμα στην άμβλωση και την αποποινικοποίηση της ομοφυλοφιλίας. Με παρέμβαση του Jones και της Anna Freud θα αποκλειστεί από την Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση, ενώ θα διαφύγει από την Γερμανία προς τη Δανία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία.
Ο Wilhelm Reich παραμένει μια εξαιρετικά σημαντική μορφή για τη σχέση του πολιτικού με την ψυχανάλυση, αναρωτιέται όμως κανείς γιατί ο Gabarron-Garcia δεν αναφέρει (παρά νεφελωδώς και αμυδρά σε μισή φράση του επιλόγου) τις υπερβολικές απόψεις του για την Οργόνη ως μια κοσμική ενέργεια. Αν εξαιρεθεί η πιθανότητα να αποδοθούν σε στοιχεία που θα μπορούσαν να αποκληθούν ψυχωτικά, οι απόψεις αυτές του Reich ίσως δείχνουν την εξιδανίκευση της σεξουαλικότητας από την φροϋδική αριστερά (όπως εκφράστηκε και από την σχολή της Φρανκφούρτης), ως μιας θετικής και απελευθερωτικής δύναμης, που όμως, στην πραγματικότητα, έχει αφομοιωθεί πλήρως από τον σύγχρονο—θετικοποιητικό και καταναλωτικό— νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό. Οι ύστερες απόψεις του Reich δεν πρέπει να δράσουν φυσικά ως μια ad hominem απόρριψη του (πολύ σημαντικού) πρώιμου έργου του, αλλά σε ένα βιβλίο ιστορίας της ψυχανάλυσης θα έπρεπε τουλάχιστον να αναφερθούν.
Το τρίτο κεφάλαιο καταπιάνεται με μια μαύρη σελίδα στην ιστορία της ψυχανάλυσης. Αυτή αφορά τις προσπάθειες του Ernest Jones, βιογράφου του Freud, να εξαγνίσει και να διασώσει την ψυχανάλυση από πολιτικές επιρροές και να διατηρήσει μια πολιτική ουδετερότητα. Αυτά τα επιχειρήματα βασίστηκαν στη διαπίστωση του Freud πως η ψυχανάλυση δεν είναι μια κοσμοθεωρία (όπως π.χ. η θρησκεία), πράγμα βέβαια που σήμερα παραδόξως χρησιμοποιείται για μια πολιτικοποίηση της ψυχανάλυσης (Tomsic, 2020). Είναι βέβαια αυτή η «διάσωση» και η υποτιθέμενη ουδετερότητα της ψυχανάλυσης που οδήγησε στην απομάκρυνση του Eitingon από το Ψυχαναλυτικό Ινστιτούτο του Βερολίνου —ο οποίος δικαίως δεν πίστευε σε μια προσαρμογή της ψυχανάλυσης στο χιτλερικό καθεστώς— και την αντικατάστασή του από μορφές φιλικά προσκείμενες στο καθεστώς, όπως ο Felix Boehm και ο Carl Müller-Braunschweig, με τη μεσολάβηση του Jones. Και φυσικά, είναι αυτή ουδετερότητα που οδήγησε και στην διαπόμπευση του Reich και στο εχθρικό κλίμα απέναντι σε αριστερά προσκείμενους ψυχαναλυτές.
Το τέταρτο κεφάλαιο ίσως να είναι από τις πιο βιβλιογραφικά σημαντικές συνεισφορές του βιβλίου καθότι καταπιάνεται με την παραγνωρισμένη μορφή της Marie Langer. Μαρξίστρια, φεμινίστρια και ψυχαναλύτρια, με σπουδές στην ιατρική, θα ενταχθεί στους ψυχαναλυτικούς κύκλους της Βιέννης, ενώ αντιτίθεται θεωρητικά και πρακτικά στην υποτιθέμενη ουδετερότητα της ψυχανάλυσης και στην απαίτηση που υπήρχε να μην γίνονται δεκτά για ανάλυση πολιτικά στρατευμένα άτομα. Θα μεταβεί στις Διεθνείς Ταξιαρχίες στην Ισπανία όπου θα προσφέρει τις υπηρεσίες της στο νοσοκομείο της Μούρθιας, ενώ λόγω της απειλής του Ναζισμού στην υπόλοιπη Ευρώπη θα εγκατασταθεί τελικά στην Αργεντινή. Εκεί αργότερα θα ασκήσει κριτική στην Διεθνή Ψυχαναλυτική Ένωση και στην Ψυχαναλυτική Ένωση Αργεντινής (αφού είχε ενταχθεί πρώτα σε αυτήν) και θα συνδεθεί με την Plataforma Argentina, ενώ στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής κλινικής στην Αβελανέδα θα τονίσει (παρομοίως με τον Reich) την κοινωνική εξαθλίωση που κρύβεται πίσω από τα συμπτώματα και την ανάγκη για διαμόρφωση ταξικής συνείδησης από τους θεραπευόμενους.
Το πέμπτο κεφάλαιο ξεκινάει με τις περιπέτειες του Καταλανού ψυχαναλυτή François Tosquelles (που φιγουράρει και στο εξώφυλλο του βιβλίου) ο οποίος θα συμμετάσχει στους χειραφετητικούς αγώνες στην Ισπανία, περιθάλποντας αρρώστους κοντά στο μέτωπο—ως μέλος του Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενότητας— ενώ δημιουργεί μια θεραπευτική κοινότητα στο Αλμοδοβάρ ντελ Κάμπο, όπου οι διεργασίες της οργανώνονται από τα κάτω, χωρίς συμμετοχή ψυχιάτρων. Μετά την διάλυση των Διεθνών Ταξιαρχιών θα βρεθεί (μετά από μια περίοδο κράτησης στο στρατόπεδο του Σεντ-Φονς) στο ψυχιατρικό νοσοκομείο του Σαντ-Αλμπάν το 1940. Εκεί θα βρεθούν σημαντικά πρόσωπα της διανόησης, μεταξύ τους και ο Canguilhem και ο Fanon. Στο Σαντ-Αλμπάν μέλημα είναι η κατάργηση του αποκλεισμού και της βίας απέναντι στους ασθενείς μέσα από ομάδες αυτοδιαχείρισης, με την φροντίδα να εκτείνεται στο σύνολο του νοσοκομείου. Από εκεί θα περάσει για ειδίκευση και ο Jean Oury, ο οποίος μαζί με τον Félix Guattari θα δημιουργήσει την κλινική της Λα Μπορντ το 1953. Ακολουθώντας το παράδειγμα του Tosquelles, η Λα Μπορντ μέσω της θεσμικής ψυχοθεραπείας (σ. 169) θα καταστρατηγήσει το κλασικό ψυχιατρικό παράδειγμα, θα επεκτείνει την ψυχανάλυση και θα αφαιρέσει την εξουσία από το πρόσωπο του ψυχιάτρου, καταργώντας τον καταμερισμό της εργασίας εντός της κλινικής και ενισχύοντας την συμμετοχή των ασθενών και του προσωπικού σε όλες τις δραστηριότητες. Ο γιατρός απεκδύεται την φαντασιακή ταύτιση με τον ρόλο του και όλο το προσωπικό γίνονται ψυχιατρικοί εμψυχωτές, με εξισωμένους μισθούς.
Τέλος, το έκτο κεφάλαιο καταπιάνεται με τη δράση της Σοσιαλιστικής Κολεκτίβας Ασθενών, γνωστής ως SPK, στη Χαϊδελβέργη. Αυτή, παρομοίως με τη Λα Μπορντ και με πρωτεργάτη τον Wolfgang Huber, αποσκοπεί να συνδυάσει την μαρξιστική με την φροϋδική συνεισφορά συνδέοντας άρρηκτα την (ψυχική) ασθένεια με την εργασία εντός του καπιταλισμού: είναι η ανάγκη για παραγωγή κεφαλαίου που μετατρέπει σε ασθενείς τους ανθρώπους και οι ψυχιατρικές δομές καλούνται να «διαχειριστούν» τον άρρωστο ώστε να τον μετατρέψουν εκ νέου σε ένα υποκείμενο κατάλληλο για εργασία. Η ασθένεια και η διαχείρισή της είναι κατεξοχήν πολιτικά γεγονότα που δείχνουν την αλλοτρίωση του υποκειμένου και την μετατροπή των ανθρώπινων σχέσεων σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Ο γιατρός λοιπόν θα πρέπει να αρνηθεί τον ρόλο του ως (κρατικού) φορέα εξειδικευμένης γνώσης και να συμπλεύσει με τους ασθενείς, ενώ οι τελευταίοι μπορούν να μετατραπούν από αντικείμενα του κεφαλαίου σε ενεργά υποκείμενα μέσω της αλληλέγγυας πάλης και της συλλογικής συνείδησης. Το 1971 το SPK δέχεται μια βίαιη καταστολή από το γερμανικό κράτος, με φυλάκιση κεντρικών μελών του, αλλά και ένδειξη αλληλεγγύης από την διεθνή κοινότητα (και από τους Deleuze και Guattari συγκεκριμένα).
Φυσικά, η παρουσίαση που έγινε εδώ είναι ελλειπτική και απλουστευμένη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει μια ανάγνωση του βιβλίου.
Ας στραφούμε σύντομα σε μια κριτική αποτίμηση του βιβλίου. Πρόκειται για ένα πολύ αξιόλογο έργο, που μέγιστο πλεονέκτημά του είναι η ανάδειξη μιας ξεχασμένης πτυχής της ψυχαναλυτικής ιστορίας και δείχνει το πώς η ψυχανάλυση μπορεί και πρέπει να αποσπαστεί από μια υποτιθέμενη πολιτική ουδετερότητα και (χρηματική) προσήλωση στις ανώτερες τάξεις.
Υπό αυτήν την έννοια, το βιβλίο πράγματι πετυχαίνει τον στόχο του. Μια γόνιμη κατεύθυνση που θα μπορούσε να πάρει—αλλά ουσιαστικά την αφήνει στην κρίση του αναγνώστη—είναι ο καλύτερος προσδιορισμός του πολιτικού στοιχείου εντός του ψυχαναλυτικού λόγου. Σε αυτό βέβαια ίσως να παίζει ρόλο και η ελληνική μετάφραση του γαλλικού τίτλου Histoire Populaire de la Psychanalyse που π.χ. στα αγγλικά κυκλοφορεί ως A People’s History of Psychoanalysis. Αυτό έχει νόημα γιατί ο συγγραφέας αξιοποιεί μια ιστορία κυρίως περσοναλιστική (people’s, που αναφέρεται πρωτίστως στην έννοια του λαού, αλλά περνάει από το σημαίνον του προσώπου), που βασίζεται δηλαδή στις δράσεις συγκεκριμένων ατόμων και ομάδων. Αυτό από μόνο του φυσικά δεν είναι κακό, είναι κάτι που μάλιστα λείπει από τη βιβλιογραφία και όντως σαν στόχος καλύπτεται από το βιβλίο. Δημιουργεί όμως την εντύπωση πως η ψυχανάλυση έχει μια ελαφρώς εξωτερική και ενδεχομενική σχέση με τη δράση αυτών των προσώπων και ότι εν μέρει εναπόκειται στον καθένα η επαναστατική χρήση του ψυχαναλυτικού σημαίνοντος. Αυτό που νομίζω πως θα είχε νόημα και θα επέτρεπε την πιο ασφαλή σύνδεση της ψυχανάλυσης με την χειραφετητική πρακτική είναι η διερεύνηση των ίδιων των επαναστατικών/ανατρεπτικών στοιχείων του ψυχαναλυτικού λόγου, στοιχείων που τον κάνουν να διαφέρει από τον εξουσιαστικό, νεοφιλελεύθερο, κλπ., λόγο.
Αυτή είναι μια διερεύνηση που ο Gabarron-Garcia δεν κάνει αλλά πρόκειται για μια φαντασιακή ουρά του κειμένου που θα μπορούσε να καλυφτεί από την σχετική βιβλιογραφία. Ένα παράδειγμα είναι η δεύτερη επιστροφή του Lacan στον Freud μέσω του Marx (Lacan, 2014; Tomsic, 2020) και η ανάλυσή του της υπεραξίας, πράγμα που θίγεται ακροθιγώς στο βιβλίο χωρίς ιδιαίτερη ανάπτυξη (σ. 191). Φαίνεται επίσης να αγνοεί την πολύ πλούσια βιβλιογραφία που έχει αναπτυχθεί από την συγκεκριμένη στροφή του Λακάν και περιλαμβάνει αυτό που ο Σταυρακάκης (2012) ονομάζει λακανική αριστερά, με μορφές όπως τον Laclau, την Mouffe και την Σχολή της Λουμπλιάνα με τον Tomsic, την Zupancic και (με τη δέουσα προσοχή) τον Žižek. Η λακανική αριστερά τονίζει ακριβώς τον ανατρεπτικό χαρακτήρα του ψυχαναλυτικού λόγου αναδεικνύοντας τα δύο υποκείμενά του: 1) το υποκείμενο του σημαίνοντος που είναι συγκροτητικά αλλοτριωμένο και ευνουχισμένο και 2) το υποκείμενο της jouissance που στο πολιτικό πεδίο (το οποίο μας ενδιαφέρει εδώ) συνδέει την απόλαυσή του με φαντασιακές ταυτότητες, πράγμα που εξηγεί εν μέρει το πάθος των μαζών για αντιλαϊκές πολιτικές και την αδυναμία θεωριών που βασίζονται στον λόγο (αγνοώντας την συναισθηματική και τη σωματική πλευρά της πολιτικής ταύτισης) να εξηγήσουν τέτοια φαινόμενα όπως π.χ. την εθνικ(ιστικ)ή ταύτιση, κάτι που είχε τονίσει και ο Reich (Σταυρακάκης, 2012; Tomsic, 2020). Πρόκειται για υποκείμενα διαφορετικά από το αυτόνομο, εγωλογικό, υπολογιστικό, διαφανές, ψυχολογιοποιημένο, νεοφιλελεύθερο υποκείμενο. Ο ψυχαναλυτικός λόγος τοποθετεί την αρνητικότητα του Πραγματικού εντός της πολιτικής θεωρίας και δείχνει πως μια τελειωτική φαντασιακή χειραφέτηση, μια πολιτική απ-αλλοτρίωση δεν είναι εφικτή. Αυτό που είναι εφικτό είναι μια συνεχόμενη μετα-τόπιση και αναθεώρηση των αγώνων μας, με «[…] ένα κριτικό άνοιγμα νέων τρόπων με τους οποίους θα συνειδητοποιούμε, θα θεματοποιούμε, θα ξεπερνούμε και θα επανακαθορίζουμε διαρκώς τι είναι ανεκτό, αποδεκτό, επιθυμητό και απολαυστικό στον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική, αναπαράγεται ο κοινωνικός δεσμός και διάγεται ο βίος» (Σταυρακάκης, 2012, σ. 300).
Παράλληλα, το βιβλίο δεν αναφέρει τον Λόγο του Κυρίου και τον Λόγο του Πανεπιστημίου του Lacan (2014), που ακριβώς προσπαθούν να αναδείξουν την σύμπλευση της Γνώσης και της εξουσίας στον καπιταλισμό και την πρόσδεση του ψυχαναλυσμού στον τελευταίο, καθώς και το πώς στην πραγματικότητα η ψυχανάλυση είναι το αντίστροφο του Λόγου του Κυρίου και του υποτιθέμενου υποκειμένου της υποτιθέμενης γνώσης, φαντασιακής θέσης που αναλαμβάνει π.χ. ο γιατρός στα ιδρύματα, που δικαίως κατηγόρησαν οι SPK και η Λα Μπορντ.
Όπως αναφέρθηκε, αυτά δεν αποτελούν ελλείψεις του βιβλίου, το οποίο έχει θέσει ως στόχο μια ψυχανάλυση από τα κάτω. Αυτό που είναι σημαντικό όμως είναι να πλαισιώσουμε τον ψυχαναλυτικό λόγο για να αποφύγουμε μια πιθανή βολονταριστική χρήση της ψυχανάλυσης από τον καθένα, με κίνδυνο να έχουμε διάφορες ψυχαναλύσεις με διαφορετικές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτό είναι σημαντικό, γιατί είναι ακριβώς η κατάχρηση αυτής της μη-οριοθέτησης του ψυχαναλυτικού λόγου από τον ψυχαναλυσμό που επιτρέπει την διολίσθηση της ψυχαναλυτικής σκέψης σε αντιδραστικά μονοπάτια. Νομίζω πως η λακανική αριστερά και η Σχολή της Λουμπλιάνα δείχνουν μια γόνιμη κατεύθυνση προς τη συνειδητοποίηση των ενδογενών πολιτικών στοιχείων του ψυχαναλυτικού λόγου και δείχνουν έτσι πως ο ψυχαναλυσμός (που κρίνει ιστορικά ο Gabarron-Garcia) μπορεί να κριθεί και θεωρητικά, ως μια παραποίηση της ψυχανάλυσης. Νομίζω πως αυτό είναι κάτι που ο Gabarron-Garcia δεν θεματοποιεί, πέρα από τις αναφορές του στον ψυχαναλυσμό. Ο ψυχαναλυτικός λόγος π.χ. που αναλαμβάνουν ο Jones και ο Tosquelles είναι ίδιος ή πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικές ψυχαναλύσεις, με διαφορετικές προϋποθέσεις και προεκτάσεις; Αν είναι διαφορετικές, πώς και γιατί ομαδοποιούνται κάτω από το σημαίνον της ψυχανάλυσης; Νομίζω πως αν θέλουμε να υποστηρίξουμε μια ψυχανάλυση από τα κάτω θα πρέπει να προσδιορίσουμε τις προϋποθέσεις ανάληψης του ψυχαναλυτικού σημαίνοντος και του πολιτικού του στοιχείου και για αυτό εν μέρει χρειάζεται, μαζί με την πρακτική που παρουσιάζει ο Gabarron-Garcia, και η θεωρητική πρακτική που έχει αναπτυχθεί στον τομέα της λακανικής αριστεράς.
Αυτό είναι εν μέρει κάτι που έχει γίνει π.χ. με το πεδίο και το σημαίνον της απελευθερωτικής ψυχολογίας (liberation psychology) στη Λατινική Αμερική (Burton & Ordonez, 2015) αλλά και με προσπάθειες όπως αυτές του Ian Parker και του Pavon-Cuellar (2023), που ρητά προσπαθούν να συνδέσουν ψυχαναλυτικές έννοιες (όπως π.χ. την ενόρμηση) με χειραφετητικές δυνατότητες και με μια αντίσταση στη λογική της προσαρμογής του υποκειμένου σε μια αφηρημένη καπιταλιστική λειτουργικότητα.
Είναι η απροθυμία (;) του Gabarron-Garcia να συνδιαλλαγεί με την σύγχρονη βιβλιογραφία της λακανικής πολιτικής θεωρίας ένας λόγος για την επίκριση ή την απόρριψη του βιβλίου του; Εννοείται πως όχι, γιατί είναι και ένας στόχος που δεν τίθεται ρητά από το βιβλίο και όπως ειπώθηκε πρόκειται για μια θεωρητική δουλειά που καλό είναι να γίνει εξαιτίας του και παραδίπλα του. Όπως δηλώνει ο συγγραφέας στον επίλογο, η ιστορία που παρουσιάζει είναι επιλεκτική και οι επιλογές του γενικά τον δικαιώνουν: μάς δίνει μια άγνωστη πτυχή της ψυχανάλυσης, δείχνει το πώς έχει εμπλακεί σε κοινωνικούς αγώνες και σε πρακτικές «από τα κάτω» και πώς με αυτόν τον τρόπο—κοιτώντας αυτό που έχει ήδη γίνει—μπορούμε να διευρύνουμε το πολιτικό φαντασιακό μας, αναλογιζόμενοι νέες χρήσεις, επαναξιολογήσεις, ριζοσπαστικοποιήσεις και μετατοπίσεις του ψυχαναλυτικού λόγου και πρακτικής.
Παραφράζοντας—μάλλον άκομψα—τους Deleuze και Guattari θα μπορούσαμε να πούμε πως ένα βιβλίο είναι ένα τούβλο που μπορεί είτε να χτίσει ένα κτήριο είτε να σπάσει ένα παράθυρο (μάλλον τέτοιων ψυχαναλυτών όπως αυτών που αναφέρθηκαν στα αρχικά παραδείγματα του κειμένου). Έτσι, το βιβλίο του Gabarron-Garcia είναι ένα τούβλο-σημαίνον που για να εκτιμηθεί σωστά η συνεισφορά του πρέπει να τοποθετηθεί στον τοίχο με άλλα βιβλία που δείχνουν τις ανατρεπτικές δυνατότητες της ψυχανάλυσης. Και είναι ένα βιβλίο που πρέπει να διαβαστεί άμεσα: σε μια εποχή που η ψυχοθεραπεία ιδιωτικοποιείται και υπηρετεί όλο και περισσότερο το κεφάλαιο, που τα κοινωνικά προβλήματα ψυχολογιοποιούνται, που η ψυχανάλυση κατακρεουργείται στα επιστημονικά εγχειρίδια και γίνεται «ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία», ενώ διολισθαίνει συχνά σε έναν αντιδραστικό ψυχαναλυσμό, το βιβλίο του Gabarron-Garcia δείχνει πως η άρνηση της σύμπλευσης ψυχοθεραπείας-καπιταλισμού δεν είναι μια χίμαιρα, αλλά μια εν μέρει πραγματοποιημένη δυνατότητα που, αναλογιζόμενοι την εφαρμογή της στο παρελθόν, μπορούμε να μάθουμε από αυτήν και να την επιδιώξουμε καλύτερα στο μέλλον.
Βιβλιογραφία
Burton, M., & Ordóñez, L. H. G. (2015). Liberation psychology: Another kind of critical psychology. In I. Parker (Ed.), Handbook of critical psychology (pp. 348-355). Routledge.
Freud, S. (2013). Η Δυσφορία Μέσα Στον Πολιτισμό. Πλέθρον.
Freud, S. (2014). Ψυχολογία των Μαζών και Ανάλυση του Εγώ. Πλέθρον.
Gabarron-Garcia, F. (2026). Πολιτική Ιστορία της Ψυχανάλυσης. Πότλατς.
Lacan, J. (2014). Το Αντίστροφο της Ψυχανάλυσης. Ψυχογιός.
Parker, I. & Pavon-Cuellar, D. (2023). Ψυχανάλυση και Επανάσταση. Κριτική Ψυχολογία για τα Κινήματα Απελευθέρωσης. Oposito.
Σταυρακάκης, Γ. (2012). Η Λακανική Αριστερά. Ψυχανάλυση, Θεωρία, Πολιτική. Σαββάλας.
Tomsic, S. (2020). Το Καπιταλιστικό Ασυνείδητο. Μαρξ & Λακάν. Futura.
