
Η μελέτη Global Burden of Diseases, Injuries, and Risk Factors Study 2023 (δηλαδή μελέτη για την παγκόσμια επιβάρυνση από νοσήματα, τραυματισμούς και παράγοντες κινδύνου για το 2023) εκτίμησε τον επιπολασμό και τη συνολική επιβάρυνση στην υγεία για 375 νοσήματα και τραυματισμούς, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και 12 «ψυχικές διαταραχές».
Το εγχείρημα Global Burden of Disease οργανώνεται υπό τον συντονισμό του Institute for Health Metrics and Evaluation του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον και αποτελεί τη μεγαλύτερη και πιο εκτεταμένη προσπάθεια συστηματικής διεθνούς καταγραφής και σύγκρισης της υγείας πληθυσμών στον χρόνο και στον χώρο. Ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, στηρίζεται στη συνεργασία χιλιάδων ερευνητών διεθνώς και, από το 2007 και μετά, χρηματοδοτείται κυρίως από το Ίδρυμα Gates (ναι, του γνωστού).
Σε αυτό το άρθρο θα αναφερθούμε στην πρόσφατη δημοσίευση του Lancet (Santomauro et al., 2026) στην οποία αναπτύσσονται τα αποτελέσματα από την ανάλυση των προηγούμενων, των τρεχουσών και των αναδυόμενων τάσεων στον επιπολασμό και στην επιβάρυνση που σχετίζεται με τις «ψυχικές διαταραχές», ανά φύλο και ηλικιακή ομάδα, σε 204 χώρες και επικράτειες για την περίοδο 1990–2023.
Οι «ψυχικές διαταραχές» που συμπεριλήφθηκαν στη μελέτη GBD 2023 ήταν οι αγχώδεις διαταραχές, η μείζων καταθλιπτική διαταραχή, η δυσθυμία, η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια, οι διαταραχές του φάσματος του αυτισμού, η διαταραχή διαγωγής, η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας, η νευρική ανορεξία, η βουλιμία, η ιδιοπαθής αναπτυξιακή νοητική αναπηρία, καθώς και μια υπολειμματική κατηγορία άλλων «ψυχικών διαταραχών». (Σημ.: οι όροι όπως αναφέρονται στη σχετική δημοσίευση χωρίς αυτό να σημαίνει ότι γίνονται αποδεκτοί άκριτα από τον συγγραφέα του παρόντος).
Οι ερευνητές συγκέντρωσαν πολλά διαφορετικά δεδομένα από μελέτες και πηγές σε όλο τον κόσμο και τα ανέλυσαν με ένα πολύπλοκο στατιστικό μοντέλο. Το μοντέλο αυτό τους βοήθησε να εκτιμήσουν πόσο συχνή είναι κάθε «ψυχική διαταραχή», ανάλογα με το φύλο, την ηλικία, τη χώρα ή περιοχή και τη χρονιά. Στη συνέχεια, δεν μέτρησαν μόνο πόσοι άνθρωποι έχουν μια διαταραχή, αλλά και πόσο επιβαρυντική είναι για την καθημερινή ζωή και την υγεία τους. Για να το κάνουν αυτό, χρησιμοποίησαν συντελεστές βαρύτητας, που εκτιμούν πόση απώλεια υγείας συνδέεται με κάθε πάθηση. Έτσι υπολόγισαν τα λεγόμενα έτη ζωής με αναπηρία (years lived with disability – YLDs). Ο δείκτης αυτός εκτιμά, συνολικά, πόση υγεία χάνεται όταν οι άνθρωποι ζουν με ένα πρόβλημα υγείας, λαμβάνοντας υπόψη τόσο το πόσο συχνό είναι όσο και το πόσο επιβαρυντικό θεωρείται.
Όλες οι «ψυχικές διαταραχές» που εξετάστηκαν εμφάνισαν αύξηση στον απόλυτο αριθμό των περιπτώσεων μεταξύ 1990 και 2023. Ιδιαίτερα σημαντικές αυξήσεις στον ηλικιακά σταθμισμένο επιπολασμό παρατηρήθηκαν στις αγχώδεις διαταραχές, στη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, στη δυσθυμία, στη νευρική ανορεξία, στη νευρική βουλιμία, στη σχιζοφρένεια και στη διαταραχή διαγωγής.
Πιο συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν αύξηση και στις 12 «ψυχικές διαταραχές» που εξετάστηκαν, μεταξύ των οποίων αύξηση 158% στις αγχώδεις διαταραχές και 131% στην κατάθλιψη σε σύγκριση με το 1990. Η μελέτη εκτίμησε επίσης ότι το 2023 οι ψυχικές διαταραχές αντιστοιχούσαν σε περίπου 171 εκατομμύρια DALYs παγκοσμίως, ανεξαρτήτως φύλου και ηλικίας. Τα DALYs (disability-adjusted life years) είναι ένας άλλος επιδημιολογικός δείκτης που αποτυπώνει τη συνολική απώλεια υγείας λόγω νόσου, συνδυάζοντας τα χρόνια ζωής που χάνονται λόγω πρόωρου θανάτου και τα χρόνια ζωής που βιώνονται με αναπηρία (YLDs).
Συνολικά, οι ψυχικές διαταραχές αντιστοιχούσαν στο 6,1% της συνολικής παγκόσμιας επιβάρυνσης από όλες τις αιτίες το 2023. Έτσι, αποτέλεσαν την πέμπτη κυριότερη αιτία επιβάρυνσης της υγείας παγκοσμίως, ενώ το 1990 βρίσκονταν στη δωδέκατη θέση.
Για την Ευρώπη, τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα ενδιαφέροντα. Η ψυχική επιβάρυνση δεν εμφανίζεται μόνο σε φτωχότερες χώρες ή σε συστήματα υγείας με περιορισμένους πόρους. Αντίθετα, ορισμένες χώρες υψηλού εισοδήματος στην Ευρώπη συγκαταλέγονται στις χώρες με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση παγκοσμίως. Η Ολλανδία, για παράδειγμα, είχε το υψηλότερο ηλικιακά σταθμισμένο ποσοστό DALYs λόγω ψυχικών διαταραχών, ενώ η μελέτη αναφέρει επίσης την Πορτογαλία ανάμεσα στις χώρες με ιδιαίτερα υψηλή επιβάρυνση. Η εικόνα αυτή συνδέεται κυρίως με τις αγχώδεις διαταραχές και τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή.
Για την Ελλάδα, μία εκ των εικόνων του άρθρου δείχνει ότι κατατάσσεται στην υψηλότερη κατηγορία επιβάρυνσης στον χάρτη: δηλαδή στην κατηγορία με 2.494,4 έως 3.555,8 DALYs ανά 100.000 πληθυσμού λόγω ψυχικών διαταραχών το 2023. Αυτό φαίνεται στο ένθετο για τη Βαλκανική Χερσόνησο, όπου η Ελλάδα εμφανίζεται με κόκκινο χρώμα. Ελέγχοντας τα συμπληρωματικά δεδομένα του άρθρου βλέπουμε ότι για τη χώρα μας, οι πιο χαρακτηριστικές μεταβολές αφορούν τη μείζονα καταθλιπτική διαταραχή και, ακόμη περισσότερο, τις αγχώδεις διαταραχές. Ο ηλικιακά σταθμισμένος επιπολασμός της μείζονος κατάθλιψης αυξήθηκε από 3.108,4 σε 4.381,8 περιπτώσεις ανά 100.000 πληθυσμού μεταξύ 1990 και 2023, δηλαδή κατά 41%. Η αύξηση είναι ακόμη μεγαλύτερη στις αγχώδεις διαταραχές, όπου ο αντίστοιχος δείκτης σχεδόν διπλασιάστηκε: από 5.126,5 σε 9.972,7 ανά 100.000 πληθυσμού, δηλαδή αύξηση 94,5%. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική εικόνα δεν μπορεί να εξηγηθεί απλώς από δημογραφικές αλλαγές, καθώς αφορά αύξηση στον ηλικιακά σταθμισμένο επιπολασμό. Δείχνει, δηλαδή, σημαντική αύξηση της αναλογίας του πληθυσμού που καταγράφεται ότι ζει με κατάθλιψη και, ιδίως, με άγχος.
Θα ήταν λάθος να απορρίψουμε συλλήβδην τη μελέτη ως μια ακόμα έκφραση της παθολογικοποίησης και ιατρικοποίησης της ψυχικής δυσφορίας. Προφανώς γνωρίζουμε ότι η ψυχική δυσφορία, η εξάντληση, η μοναξιά, ο φόβος για το μέλλον, η απώλεια νοήματος, η αίσθηση ότι η καθημερινότητα έχει γίνει αφόρητη, εμφανίζονται πλέον όλο και συχνότερα ως διαγνώσεις. Μιλάμε για αδυναμία ανταπόκρισης στην καθημερινή πίεση με όρους άγχους, για τις ματαιώσεις της ζωής με όρους κατάθλιψης, για την ανάγκη των παιδιών για παιχνίδι και ουσιαστική ενασχόληση με όρους διαταραχής, για δυσκολία προσαρμογής σε έναν παράλογο κόσμο σαν να είναι πρωτίστως ατομική αποτυχία ρύθμισης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο ψυχικός πόνος δεν είναι πραγματικός. Το αντίθετο. Σημαίνει ότι είναι τόσο πραγματικός ώστε δεν μπορεί να εγκαταλειφθεί αποκλειστικά στη γλώσσα της διάγνωσης. Η ιατρικοποίηση της δυστυχίας δεν κατασκευάζει απλώς προβλήματα εκεί όπου δεν υπάρχουν. Συχνά δίνει όνομα σε κάτι που οι άνθρωποι ήδη βιώνουν. Μπορεί να προσφέρει ανακούφιση, πρόσβαση σε υπηρεσίες, ακόμη και μια πρώτη μορφή νοήματος. Ταυτόχρονα, όμως, περιορίζει το βλέμμα. Εκεί όπου υπάρχουν φτώχεια, επισφάλεια, μοναξιά, εργασιακή εξουθένωση, ενδοοικογενειακή βία, άγχος και κοινωνική εγκατάλειψη, η διάγνωση κινδυνεύει να εμφανιστεί ως η τελική εξήγηση, ενώ είναι συχνά η, στα μάτια του υποκειμένου, πιο επιτελεστική και για αυτό πιο αποτελεσματική ονομασία του πόνου.
Ο ψυχίατρος Robert Trestman, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, σχολίασε στο CNN ότι, «αν κάνεις ένα βήμα πίσω και δεις τις συνθήκες στις οποίες ζουν οι άνθρωποι, δυστυχώς δεν προκαλεί έκπληξη». Η παρατήρηση είναι απλή, αλλά ουσιώδης. Αν οι άνθρωποι εμφανίζονται πιο αγχωμένοι, πιο καταθλιπτικοί, πιο εξουθενωμένοι, ίσως δεν πρέπει να κοιτάξουμε μόνο την ατομική τους υπόσταση, αλλά και γύρω τους: στους μισθούς, στα νοίκια, στην εργασία, στις σχέσεις, στην απομόνωση, στη διάλυση των διαπροσωπικών και συλλογικών μορφών ζωής.
Παρά τους περιορισμούς της, η δημοσίευση προσφέρει επιχειρήματα που είναι χρήσιμα στην κριτική μας απέναντι στην κυρίαρχη ψυχιατρική και ψυχολογία. Οι ίδιοι συγγραφείς επισημαίνουν: «Οι υπάρχουσες προσπάθειες για τη μείωση του φορτίου που επιφέρουν οι ψυχικές διαταραχές σε παγκόσμιο επίπεδο δεν έχουν επιφέρει ουσιαστική αλλαγή, με τα ευρήματα της GBD 2023 να υπογραμμίζουν την ανάγκη για καλύτερη παρακολούθηση (surveillance) και για πιο συντονισμένη και συμπεριληπτική δράση σε επίπεδο πολιτικής» (Santomauro et al., 2026, σ. 2059). Προσθέτουν, επίσης, ότι: «Η λύση για τη μείωση του φορτίου των ψυχικών διαταραχών συχνά παρουσιάζεται ως ζήτημα διευκόλυνσης της πρόσβασης σε περισσότερους εκπαιδευμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και σε φαρμακευτική αγωγή. Ωστόσο, η απουσία βελτίωσης στο παγκόσμιο φορτίο των ψυχικών διαταραχών το 2023, ακόμη και σε περιοχές με καλύτερη πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη και σε τεκμηριωμένες θεραπείες, υποδηλώνει ότι υπάρχει επίσης ανάγκη για ευρύτερη συστημική αλλαγή στις παγκόσμιες απαντήσεις στην ψυχική υγεία και για ισχυρότερη ηγεσία με στόχο την ενίσχυση των πολιτικών ψυχικής υγείας» (Santomauro et al., 2026, σ. 2057).
Η δημοσίευση του Lancet, λοιπόν, είναι σημαντική όχι επειδή επιβεβαιώνει απλώς ότι «αυξάνονται οι ψυχικές διαταραχές», αλλά επειδή καταγράφει μια τάση που συνοψίζεται στην αύξηση των διαγνώσεων και την ανεπάρκεια των υπαρχουσών παρεμβάσεων. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν περισσότεροι άνθρωποι διαγιγνώσκονται με συγκεκριμένες κατηγορίες. Είναι τι κάνουμε με αυτή τη γνώση. Αν η απάντηση είναι περισσότερα διαγνωστικά πρωτόκολλα, ισχυρότερη εμμονή στην ατομική προσαρμογή, μεγαλύτερη έμφαση στη φαρμακευτική διαχείριση και στην αναπτυσσόμενη βιομηχανία του life coaching, τότε θα έχουμε δώσει ένα «εύκολο» όνομα στον πόνο, χωρίς να αγγίξουμε τις συνθήκες που τον παράγουν.
Αντίθετα, αν πάρουμε στα σοβαρά την ψυχική δυσφορία, πρέπει να την κατανοήσουμε και ως κοινωνικό γεγονός. Όχι ως απόδειξη ότι οι άνθρωποι είναι πιο εύθραυστοι από πριν, αλλά ως ένδειξη ότι ο τρόπος με τον οποίο ζούμε, εργαζόμαστε, ανταγωνιζόμαστε, απομονωνόμαστε και προσπαθούμε να επιβιώσουμε παράγει όλο και περισσότερη οδύνη. Προς όφελος ποιου, όμως;
Η δημοσίευση εδώ:
Santomauro D, Miller P, Shadid J et al. (2026). Updated trends in the global prevalence and burden of mental disorders, 1990–2023: a systematic analysis for the Global Burden of Disease Study 2023. The Lancet, 407, 2040-2064.
Με πληροφορίες από CNN.
