Φάρμακα, χρήμα και διαφθορά: Τι δείχνει νέα μελέτη για τη Big Pharma

Εικόνα: Henrikas Mackevicius-Pexels

Είναι πλέον δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι η φαρμακευτική βιομηχανία ασκεί τεράστια επιρροή όχι μόνο στις πολιτικές υγείας, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η θεραπευτική πρακτική. Η επιρροή αυτή αποτυπώνεται και σε συγκεκριμένα οικονομικά μεγέθη: σύμφωνα με στοιχεία του OpenSecrets, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που συλλέγει σχετικά δεδομένα στις ΗΠΑ, η φαρμακευτική βιομηχανία και ο κλάδος των προϊόντων υγείας στη χώρα δαπάνησαν περίπου 387,5 εκατομμύρια δολάρια για άσκηση πίεσης (lobbying) σε ομοσπονδιακό επίπεδο μόνο το 2024. Τι γίνεται όμως όταν αυτή η επιρροή χρησιμοποιεί παράνομα μέσα; Μια νέα μελέτη, δημοσιευμένη στο Journal of Law, Medicine & Ethics με επικεφαλής την Jillian Kohler από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο (Καναδάς), προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.

Η μελέτη

Στη μελέτη, η ερευνητική ομάδα ανέλυσε πώς οργανώνονται και ξεδιπλώνονται οι πρακτικές δωροδοκίας στη φαρμακευτική βιομηχανία σε διεθνές επίπεδο. Για τον σκοπό αυτό, πραγματοποίησαν μια θεματική ανάλυση των εκθέσεων της Ομάδας Εργασίας για τη Δωροδοκία του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), καλύπτοντας την περίοδο από το 1999 έως τον Φεβρουάριο του 2025 (OECD Working Group on Bribery Phase Reports). Οι εκθέσεις αυτές τεκμηριώνουν έρευνες και νομικές ενέργειες για υποθέσεις δωροδοκίας σε διάφορες χώρες και δικαιοδοσίες.

Οι συγγραφείς διευκρινίζουν ότι χρησιμοποιούν τον όρο «δωροδοκία» όπως τον αποδίδει η Transparency International (ένας διεθνής μη κυβερνητικός και μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε το 1993): «η προσφορά, υπόσχεση, παροχή, αποδοχή ή απαίτηση ενός πλεονεκτήματος ως κινήτρου για μια πράξη που είναι παράνομη, ανήθικη ή συνιστά παραβίαση εμπιστοσύνης». Ο ορισμός αυτός προσεγγίζει τη δωροδοκία με ευρύ τρόπο και περιλαμβάνει τόσο παράνομες όσο και τυπικά νόμιμες πρακτικές.

Το πλαίσιο αυτής της ανάλυσης διαμορφώνεται από τη Σύμβαση του ΟΟΣΑ ενάντια στη Δωροδοκία (Organisation for Economic Co-operation and Development Anti-Bribery Convention), μια δεσμευτική διεθνή συμφωνία, η οποία υποχρεώνει τα κράτη-μέλη να ποινικοποιούν τη δωροδοκία ξένων δημόσιων αξιωματούχων και να λαμβάνουν μέτρα για την εφαρμογή της νομοθεσίας. Η συμμόρφωση των κρατών παρακολουθείται από την Ομάδα Εργασίας του ΟΟΣΑ για τη Δωροδοκία, μέσα από εκθέσεις αξιολόγησης. Οι εκθέσεις αυτές συνοψίζουν επίσημα στοιχεία που παρέχουν τα ίδια τα κράτη σχετικά με έρευνες, διώξεις και μέτρα επιβολής του νόμου.

Με άλλα λόγια, οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ συγκεντρώνουν και συγκρίνουν πληροφορίες από διαφορετικές χώρες, αλλά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το τι έχουν εντοπίσει, διερευνήσει και διώξει οι εθνικές αρχές. Επομένως, οι υποθέσεις που καταγράφονται σε αυτές τις εκθέσεις δεν δείχνουν απαραίτητα την πραγματική έκταση της δωροδοκίας, αλλά αντανακλούν και τις προτεραιότητες, τις δυνατότητες και τα όρια των μηχανισμών επιβολής του νόμου σε κάθε χώρα.

Προηγούμενη έρευνα της Kohler, που χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Διεθνούς Ανάπτυξης του Ηνωμένου Βασιλείου, διαπίστωσε ότι οι δωροδοκίες και οι παράνομες πληρωμές από τη φαρμακευτική βιομηχανία έχουν σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Σε αυτές περιλαμβάνονται η στρέβλωση των προτεραιοτήτων στην υγειονομική περίθαλψη, η κατασπατάληση πόρων, η προώθηση κακών επιλογών φαρμακευτικής αγωγής, η αύξηση του κόστους, οι περιττές θεραπείες, και η διάβρωση της δημόσιας εμπιστοσύνης στους θεσμούς υγείας ως αποτέλεσμα αποφάσεων που καθοδηγούνται από το κέρδος και όχι από τις ανάγκες των ασθενών.

Η πιο πρόσφατη μελέτη  προσπάθησε να αναδείξει τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα στον τρόπο με τον οποίο φαρμακευτικές εταιρείες εμπλέκονται σε πρακτικές δωροδοκίας διεθνώς: πόσο συχνά εμφανίζονται τέτοιες υποθέσεις στις διαθέσιμες εκθέσεις του ΟΟΣΑ, ποιοι εμπλέκονται, ποιες μέθοδοι χρησιμοποιούνται και ποιοι στόχοι εξυπηρετούνται.

Ευρήματα

Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ έδειξαν ότι φαρμακευτικές εταιρείες σε πέντε κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ είχαν διερευνηθεί για σχήματα δωροδοκίας στο εξωτερικό που αφορούσαν 30 χώρες. Οι ΗΠΑ είχαν τον μεγαλύτερο αριθμό ερευνών, με 14 υποθέσεις, και ακολουθούσαν η Γερμανία με τρεις, η Δανία με τρεις, η Ελλάδα με μία (η γνωστή υπόθεση Novartis) και η Ιταλία με μία.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η ανάλυση περιορίζεται σε υποθέσεις που έφτασαν στο στάδιο της επίσημης έρευνας και δίωξης. Επομένως, δεν αποτυπώνει την πλήρη έκταση της δωροδοκίας ξένων αξιωματούχων στον τομέα του φαρμάκου. Το συνολικό χρονικό εύρος των ερευνών κάλυπτε την περίοδο από το 1994 έως το 2016, με το μακροβιότερο καταγεγραμμένο σχήμα δωροδοκίας να διαρκεί 11 χρόνια. Η μέση διάρκεια των σχημάτων ήταν 4,74 χρόνια, γεγονός που αντιστοιχεί αθροιστικά σε 147 χρόνια σε όλες τις υποθέσεις. Ο μέσος χρόνος από τον εντοπισμό έως την άσκηση δίωξης ήταν 4,6 χρόνια.

Οι φαρμακευτικές εταιρείες κάλυπταν συχνά τα έξοδα επαγγελματιών υγείας για συμμετοχή σε συνέδρια, επιστημονικές συναντήσεις και εκδηλώσεις. Ωστόσο, οι πληρωμές αυτές ήταν συχνά διογκωμένες ή περιλάμβαναν πολυτελείς παροχές άσχετες με την εργασία, όπως εκδρομές για αγορές, περιηγήσεις σε αξιοθέατα και οικογενειακά ταξίδια, με αποτέλεσμα να ταξινομούνται ως δωροδοκίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, εταιρείες παρείχαν προσωπικά δάνεια σε γιατρούς ή αξιωματούχους χωρίς προσδοκία αποπληρωμής ή μετέφεραν χρήματα απευθείας στους τραπεζικούς λογαριασμούς γιατρών με ασαφείς περιγραφές χρέωσης.

Πέρα από τα κίνητρα που συνδέονταν με ταξίδια, τα σχήματα περιλάμβαναν αποδράσεις σε spa, λουτρά και karaoke μπαρ, οι οποίες παρουσιάζονταν ως εκπαιδευτικά σεμινάρια ή συμπόσια. Παράλληλα, προσφέρονταν είδη πολυτελείας απαραίτητα σε κάθε επαγγελματία —από ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές και ακριβά κρασιά μέχρι ρολόγια χειρός, κοσμήματα και καλλυντικά— μαζί με πιο καθημερινές παροχές, όπως κουπόνια αγορών και μικρές ηλεκτρονικές συσκευές. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ομάδες πωλήσεων παρακολουθούσαν σχολαστικά τον όγκο συνταγογραφήσεων κάθε επαγγελματία υγείας, ώστε να διασφαλίσουν την «απόδοση» της επένδυσής τους. Οι συγγραφείς αναφέρουν συγκεκριμένα το παράδειγμα της Novartis Greece, η οποία χρηματοδοτούσε τη συμμετοχή γιατρών σε διεθνή συνέδρια, αλλά απειλούσε να αποσύρει την υποστήριξη όταν δεν επιτυγχάνονταν οι προβλεπόμενοι στόχοι.

Είναι ενδιαφέρον ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, οι φαρμακευτικές εταιρείες φάνηκε να συγκαλύπτουν δωροδοκίες ως φιλανθρωπικές δωρεές ή συνεισφορές σε ιδρύματα που συνδέονταν με δημόσιους αξιωματούχους. Εσωτερικά emails και εταιρικά έγγραφα αναφέρονταν ρητά σε αυτές τις πληρωμές ως ανταλλάγματα για ρυθμιστικές εγκρίσεις ή ευνοϊκές αποφάσεις. Για παράδειγμα, η Eli Lilly Poland μετέφερε σχεδόν 40.000 δολάρια στο προσωπικό ίδρυμα υψηλόβαθμου αξιωματούχου, με στόχο να επηρεάσει την κρίση του.

Εταιρείες στόχευαν ειδικά δημόσια νοσοκομεία και κλινικές, όπου οι εργαζόμενοι είχαν αρμοδιότητες ή επιρροή στις αγορές, καθώς και υψηλόβαθμα στελέχη των Υπουργείων Υγείας που ήταν υπεύθυνα για σημαντικές εγκρίσεις φαρμάκων, καταλόγους αποζημίωσης και κρατικούς διαγωνισμούς. Σε όλες τις υποθέσεις που διερευνήθηκαν, τα πρόσωπα που δωροδοκήθηκαν μπορούσαν να είναι γιατροί του δημόσιου ή του ιδιωτικού τομέα, νοσηλευτές, προϊστάμενοι χειρουργείων, νοσοκομειακό προσωπικό, φαρμακοποιοί, διοικητές νοσοκομείων κ.ά. Επιπλέον, εμπλέκονταν διάφοροι κυβερνητικοί αξιωματούχοι. Η χρήση θυγατρικών εταιρειών, δηλαδή μικρότερων εταιρειών που ελέγχονται από μεγαλύτερες φαρμακευτικές εταιρείες, αποτέλεσε συνηθισμένη μέθοδο συγκάλυψης των δωροδοκιών.

Γιατί η πρακτική αυτή είναι τόσο διαδεδομένη;

Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η δωροδοκία επιμένει στη φαρμακευτική βιομηχανία επειδή ο κίνδυνος εντοπισμού παραμένει χαμηλός. Από τη σκοπιά των εταιρειών, το «κόστος» της δωροδοκίας δεν περιορίζεται στο ποσό που δίνεται ως μίζα. Περιλαμβάνει επίσης την πιθανότητα να αποκαλυφθεί η πρακτική και το ύψος των πιθανών κυρώσεων. Με άλλα λόγια, μια φαρμακευτική εταιρεία που λειτουργεί με όρους μεγιστοποίησης του κέρδους θα συγκρίνει τα πιθανά οφέλη της δωροδοκίας—αύξηση πωλήσεων, πρόσβαση σε αγορές, επιρροή στα μοτίβα συνταγογράφησης— με το αναμενόμενο κόστος του να εντοπιστεί και να τιμωρηθεί.

Οι συγγραφείς αναφέρουν:

«Κατά περιπτώσεις, εργαζόμενοι των εταιρειών σε κάθε επίπεδο —από το προσωπικό πωλήσεων πρώτης γραμμής και τους διανομείς μέχρι τα μεσαία στελέχη, τα τοπικά διευθυντικά στελέχη, ακόμη και υψηλόβαθμους εταιρικούς αξιωματούχους— είχαν άμεση εμπλοκή στον σχεδιασμό, την υλοποίηση ή την έγκριση στρατηγικών δωροδοκίας» (Kohler et al., 2026, σ. 4).

Οι συχνές προειδοποιήσεις εκ των έσω και οι έλεγχοι συμμόρφωσης, που ανέδειξαν λόγους ανησυχίας, συχνά αγνοούνταν ή αντιμετωπίζονταν ως μεμονωμένα περιστατικά. Τα στοιχεία από τις 21 υποθέσεις που εξετάστηκαν δείχνουν ότι οι καταγεγραμμένες πληρωμές δωροδοκίας ανήλθαν περίπου σε 12,6 εκατομμύρια δολάρια, ενώ οι συνολικές οικονομικές κυρώσεις που επιβλήθηκαν έφτασαν περίπου το 1,1 δισεκατομμύριο δολάρια. Ωστόσο, ακόμη και τόσο υψηλές κυρώσεις δεν λειτουργούν απαραίτητα αποτρεπτικά. Οι μεγάλες καθυστερήσεις ανάμεσα στην έναρξη ενός μηχανισμού δωροδοκίας, τον εντοπισμό του και την τελική δίωξη, σε συνδυασμό με τη δυνατότητα των εταιρειών να αμφισβητούν τις κατηγορίες για χρόνια, μειώνουν το πραγματικό αναμενόμενο κόστος της διαφθοράς. Έτσι, η αυστηρότητα των προστίμων στα χαρτιά δεν μεταφράζεται πάντα σε ουσιαστική αποτροπή. Σημαντικό ρόλο παίζουν επίσης οι διαφορές ανάμεσα στα εθνικά νομικά συστήματα.

Οι συγγραφείς καταλήγουν:

«Κυβερνητικοί αξιωματούχοι, ρυθμιστικές αρχές και επαγγελματίες υγείας δωροδοκήθηκαν με μετρητά, δώρα, πολυτελή ταξίδια και χρηματοδότηση παραπλανητικών ερευνών, προκειμένου οι εταιρείες να αποκτήσουν πρόσβαση στην αγορά, να αυξήσουν τις πωλήσεις ή να επηρεάσουν τις συνταγογραφήσεις. Τα ευρήματα αυτά υπογραμμίζουν τον συστημικό χαρακτήρα της δωροδοκίας στον φαρμακευτικό τομέα και αναδεικνύουν την ανάγκη για ισχυρότερη εποπτεία και λογοδοσία, ώστε να προστατευθούν η δημόσια εμπιστοσύνη και η ισότιμη πρόσβαση στα φάρμακα».

Εξασφαλίζοντας τη νηφαλιότητα στην κριτική μας

Πρόσφατα, ένα μέρος της δεξιάς και κυρίως της λεγόμενης alt-right έχει εγκολπωθεί την κριτική στην κυρίαρχη ψυχιατρική και τη λεγόμενη Big Pharma. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας σημαντικός παράγοντας για την επάνοδο του Donald Trump στην εξουσία ήταν η στήριξη από τον Robert Kennedy Jr, ο οποίος έχει κατά καιρούς επιτεθεί από τα δεξιά στη φαρμακοβιομηχανία και είναι πλέον Υπουργός Υγείας των ΗΠΑ με το σύνθημα MAHA (Make America Healthy Again). Είναι κρίσιμο, ωστόσο, να  μην διολισθήσουμε σε ένα εύκολο συνωμοσιολογικό σχήμα, όπου «η φαρμακοβιομηχανία» εμφανίζεται ως μια ενιαία, παντοδύναμη δύναμη που κινεί τα πάντα στο σκοτάδι. Μια τέτοια προσέγγιση συχνά συσκοτίζει περισσότερο απ’ όσο διαφωτίζει. Το ζητούμενο είναι ακριβώς το αντίθετο: να εξετάσουμε, με δεδομένα, τεκμηρίωση και συστηματική έρευνα, τους συγκεκριμένους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους το παγκόσμιο κεφάλαιο επηρεάζει τις πολιτικές υγείας, την επιστημονική γνώση, τις ρυθμιστικές αποφάσεις και την καθημερινή θεραπευτική πρακτική. Οι υπάρχουσες έρευνες δείχνουν ότι η επιρροή του κεφαλαίου ασκείται μέσα από συγκεκριμένους και αναγνωρίσιμους μηχανισμούς: lobbying, απόκρυψη της σύγκρουσης συμφερόντων, χρηματοδότηση και οριοθέτηση της έρευνας, επιρροή στην ιατρική εκπαίδευση, επιχειρηματικές πιέσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πρακτικές δωροδοκίας. Ακριβώς επειδή αυτά μπορούν να τεκμηριωθούν, η κριτική δεν χρειάζεται να καταφύγει στη γενικευμένη και αυθαίρετη καχυποψία. Μπορεί να είναι αυστηρή, πολιτική και ριζοσπαστική, παραμένοντας ταυτόχρονα ακριβής και νηφάλια.

Με στοιχεία από την αρχική δημοσίευση του Mad in America: https://www.madinamerica.com/2026/04/all-major-pharma-companies-implicated-in-bribery-schemes-new-report-says/

Η μελέτη:  Kohler J, Khan A, Bowra A. Bribery and the Global Pharmaceutical Industry: An Exploration of Patterns and Penalties in the Organisation for Economic Cooperation and Development Reports. Journal of Law, Medicine & Ethics. Published online 2026:1-11. doi:10.1017/jme.2026.10237

Η σχετική έκθεση για την Ελλάδα από το 2022 εδώ.

Author

  • Νίκος Μυλωνάς

    Ο Νίκος Μυλωνάς είναι λέκτορας ψυχολογίας στο Edge Hill University (Ηνωμένο Βασίλειο). Είναι διδάκτορας φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Durham, με μεταπτυχιακές σπουδές στην κοινωνική και πολιτική θεωρία στο Πανεπιστήμιο του Birmingham και προπτυχιακές σπουδές στο Τμήμα Ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Η ερευνητική του δραστηριότητα κινείται σε δύο κατευθύνσεις: αφενός μελετά, με εμπειρικές μεθόδους, παρεμβάσεις στον τομέα των εξαρτήσεων και της αστεγίας, και αφετέρου, διερευνά τις φιλοσοφικές και πολιτισμικές διαστάσεις των εξαρτήσεων μέσα από το πρίσμα των ιατρικών ανθρωπιστικών σπουδών (medical humanities), με έμφαση στη λογοτεχνία και το θέατρο. Συμμετέχει στο Mad in Greece από τον Ιούλιο του 2025.

πρόσφατα