“Για τη Σύνδεση” του Kae Tempest

Εισαγωγικό σχόλιο: Το Για τη σύνδεση, από τις εκδόσεις Κείμενα, έχει εκδοθεί το Νοέμβριο του 2024 και η μετάφραση είναι από την Ισμήνη Θεοδωροπούλου. Η μεταφράστρια χρησιμοποιεί κυρίως την αντωνυμία «το» για την ταυτότητα του συγγραφέα και για την ελληνική απόδοση του they/them καθώς το 2020 είχε επιλέξει μη-δυαδική ταυτότητα. Η κριτική αυτή ακολουθεί την επιλογή του αρσενικού φύλου καθώς από το 2025 η ταυτότητα που ο Tempest έχει επιλέξει είναι he/him. Στην Αγγλία το βιβλίο τυπώθηκε το 2020.

O Kae Tempest γεννήθηκε στο Λονδίνο ως Kate Esther Calvert δηλαδή με γυναικείο φύλο, τουλάχιστον όπως αυτό αποδόθηκε κατά τη γέννηση.

Είναι ποιητής, και θα μπορούσες να τον πεις και ράπερ, αν και ο ίδιος προσδιορίζει το εαυτό του περισσότερο ως spoken word artist, καθώς κάνει—εκτός από το να ραπάρει χωρίς όμως ιδιαίτερη έμφαση στη ρίμα—συχνά δημόσιες απαγγελίες των ποιημάτων του. 

Παράλληλα γράφει και βιβλία, κυρίως ποιητικές συλλογές.

Ένα από αυτά, είναι και το δοκιμίο Για τη σύνδεση, που έδωσε την αφορμή για το παρόν κείμενο.

=========

Δεν είναι απίθανο ο Τempest να είναι το αγαπημένο δισέγγονο όλων των σπουδαίων Carl/Karl των τελευταίων 200 χρόνων. 

Πέρα από τον Jung που αναφέρεται και στο βιβλίο και παίζει έναν σημαντικό ρόλο σε μία από τις κεντρικές ιδέες του, κατά πάσα πιθανότητα τόσο ο Marx, όσο και ο Rogers, σ’ ένα παράλληλο σύμπαν χαμογελάνε ευχαριστημένοι με το πόνημα και με το πόσο ευρηματικά μπολιάστηκαν οι βασικές ιδέες τους στον 21ο αιώνα. Με  έναν βαθιά πολιτικό τρόπο.

«Οι τάσεις της εποχής έχουν αφήσει τόσο βίαια το αποτύπωμά τους πάνω μας, που ξεπροβάλλουν απρόσκλητες μέσα στις πράξεις μας.

Όταν μας πιάνει εμμονή με το τι μπορούμε να πάρουμε από μια αλληλεπίδραση, ή με το πως μπορούμε να επωφεληθούμε, αντί να σκεφτόμαστε τι μπορούμε εμείς να προσφέρουμε, λειτουργούμε με τρόπο εκμεταλλευτικό. Αυτή η εμμονή μπορεί να είναι τόσο εγγενής, που φανταζόμαστε ότι δε φέρουμε ευθύνη για αυτήν. Η ακούσια εκμετάλλευση είναι εκμετάλλευση παρ’ όλα αυτά».

Καυτηριάζει επίσης τον τρόπο με τον οποίο ορίζεται σήμερα η λεγόμενη αυτοεικόνα, η εικόνα δηλαδή του πως βλέπει το άτομο τον εαυτό του-η απάντηση που δίνουμε στην ερώτηση «ποιός είμαι;». Τουλάχιστον όπως αυτή διαμορφώνεται σε σχέση με τους άλλους σ’ έναν καλωδιωμένο κόσμο όπου τα social media είναι περίπου η κύρια συνθήκη επικοινωνίας, και σχεδόν η κύρια συνθήκη ύπαρξης.

«Η επιδοκιμασία και η αποδοκιμασία δεν είναι πια αφηρημένες έννοιες. Είναι ορατά, απτά ρεύματα που κυλάνε διαδικτυακά, εκεί που κάθε μας ανάρτηση επιζητά μια απάντηση. Είναι απίστευτα εύκολο να υπολογίσουμε το συνολικό μας σκορ. Τι αξία έχω ως ανθρώπινο ον ? Την απάντηση θα μου την δώσουν τα σχόλια και τα λάικ», λέει ο Kae κάπου στη μέση του βιβλίου.

Κατά κάποιο τρόπο όλο το κείμενο κινείται σε 2 ταυτόχρονες και παράλληλες κατευθύνσεις.

Από τη μια στηλιτεύει τον βαθύ ατομικισμό του σύγχρονου ανθρώπου ως το βαθύτερο πρόβλημα των δυτικών κοινωνιών και παράλληλα κάνει μία απόπειρα να προτείνει μια λύση στο πρόβλημα.

Τη δημιουργική σύνδεση.

Όπως λέει ο ίδιος :

«Η δημιουργικότητα ευνοεί τη σύνδεση. Και η σύνδεση με τον αληθινό, άβολο εαυτό μας μας δίνει τη δυνατότητα να αναλάβουμε την ευθύνη για την επίδραση μας πάνω στους άλλους ανθρώπους,  αντί να πορευόμαστε στη ζωή μας στα τυφλά, μέσα στο αποσυνδεδεμένο βουητό της μια μέρας προς την επόμενη, παίρνοντας από κάθε αλληλεπίδραση ότι μπορούμε χωρίς να χωράει καμία σκέψη πέρα από το εγώ να είμαι καλά, τα παιδιά μου να είναι καλά, εγώ να είμαι καλά, τα παιδιά μου να είναι καλά»

Όλο το κείμενο (των περίπου 125 σελίδων) μοιάζει πολύ με μανιφέστο για μια διευρυμένη αντίληψη κοινότητας, με μια αμεσότητα στο ύφος που το καθιστά πέρα από ουσιώδες και γοητευτικό.

Όντας παράλληλα τολμηρά και βαθιά αυτοαποκαλυπτικό.

«Έχω μια παράξενη και θυελλώδη σχέση με τη δική μου  δημιουργικότητα από τότε που ήμουν 12 ή 13 τότε που υπέφερα από προβλήματα ψυχικής υγείας και έπαιρνα ναρκωτικά και έπινα αλκοόλ, προκειμένου να τα βγάλω πέρα με το δύσκολο μυαλό μου, τα προβλήματα στο σπίτι και τη δυσφορία φύλου. Το έσκασα από το σπίτι στην εφηβεία μου, παράτησα το σχολείο κ’ έκανα εμπόριο ναρκωτικών, αλλά ήμουν αρκετά λευκό και αρκετά μεσοαστό, ώστε όλα αυτά να μην καταστρέψουν τη ζωή μου ή να με καθορίσουν. Αυτά τα προνόμια μου έδωσαν το περιθώριο να κάνω λάθη».

Είναι φανερό ότι ο Kae Tempest έχει κάνει ένα μεγάλο προσωπικό ταξίδι και έχει συναντηθεί με κάτι εκεί. Κάτι πολύ πρωταρχικό και στο βαθμό που είναι πανανθρώπινο αναδύεται, σε σύγκρουση με την συχνά δυσλειτουργική σύγχρονη αστική ζωή, με το πως αυτή στρεβλώνεται από την δύναμη του ψηφιακού κόσμου.

«…έχουμε φτάσει στην εποχή του εαυτού και, μέχρι στιγμής, ως πολιτισμός, δεν έχουμε αποκτήσει πρόσβαση στο θείο. Για την ακρίβεια, ανάμεσα στα προϊόντα που πωλούνται αυτήν την περίοδο υπάρχει ένα κουτί για δαχτυλίδι που είναι επίσης και θήκη κινητού τηλεφώνου, έτσι ώστε όταν κάνεις πρόταση γάμου στο αγαπημένο σου πρόσωπο, με το που ανοίξεις το κουτί με το δαχτυλίδι θα ανασηκωθεί και η οθόνη του κινητού σου και θα αρχίσει να καταγράφει την αντίδραση του συντρόφου σου – ότι πρέπει για να μοιραστείτε αυτήν την τόσο ξεχωριστή πρόταση γάμου διαδικτυακά. 

Μήπως έχουμε παρερμηνεύσει την αρχαία σοφία; Πώς είναι δυνατόν στην εποχή της αυτοφροντίδας, του αυτοτραυματισμού και της αυτοβελτίωσης, η γνώση του εαυτού να μην έχει φέρει την βασιλεία των ουρανών;»

Δεν είμαι σίγουρος ότι εδώ η βασιλεία των ουρανών έχει το σύνηθες νόημα της ή σημαίνει για όλους το ίδιο, για τον συγγραφέα όμως υπάρχει μια περιοχή που οφείλουμε να πάμε και είναι πολύ περισσότερο από αυτό που απλόχερα μας πουλιέται. 

Πνευματικότητα, ενεργή παρουσία στο Εδώ και Τώρα, συνειδητότητα, όλα είναι μέρος αυτού που προτείνεται σαν αντίδοτο σε αυτό που μας έχει συλλογικά συμβεί. Aν και οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν καθόλου στο δοκίμιο, δε μπορείς να αποφύγεις τους συνειρμούς.

Η μόνη  αρκετά καθαρή αναφορά σ αυτές τις έννοιες, έχει να κάνει με το Κόκκινο Βιβλίο του Γιουνγκ και την ανάγκη που προτάσσει ο μεγάλος Ελβετός για ισορροπία ανάμεσα στο Πνεύμα Των Καιρών και το Πνεύμα του Βάθους.

Μια ιδέα του σπουδαίου ψυχολόγου που ήταν κάτι σαν το «εύρηκα» του Tempest όταν την πρωτοσυνάντησε και την οποία αναπτύσσει με τον ιδιαίτερά κριτικό του τρόπο.

«Το ίντερνετ μου φαίνεται πως είναι η απόλυτη έκφραση του πνεύματος των καιρών. Είναι η πολυφωνία του συλλογικού συνειδητού. Δεν μπορεί όμως να αντιπροσωπεύσει το συλλογικό υποσυνείδητο. Το πνεύμα του βάθους μιλάει μέσα από την ποίηση και την μουσική, μέσα από την μυθοπλασία, την εικόνα και το μύθο. Είναι εκτός σύνδεσης. Από κάτω.

Φτάνουμε σε αυτό μέσα από δημιουργικές τελετουργίες, παραδιδόμενοι σε κάτι άγριο και με πολλούς τρόπους τρομακτικό. 

Για τον Γιούνγκ ο άνθρωπος πρέπει να διατηρεί μια ισχυρή εσωτερική ισορροπία ανάμεσα στο πνεύμα των καιρών και στο πνεύμα του βάθος. Πάρα πολύ από το ένα ή πάρα πολύ από το άλλο προκαλεί νευρώσεις. Και όπως αυτό ισχύει για το άτομο ισχύει και για την κοινωνία. Πολιτισμικά, έχουμε επιτρέψει να αλλάξουν δραματικά οι ισορροπίες.  Είμαστε αποκομμένοι από την πιο βαθιά μας φύση, έχουμε γυρίσει την πλάτη μας στο πνεύμα του βάθους και ζούμε αποκλειστικά μέσα στο πνεύμα των καιρών. Για να ξανα βρούμε την ισορροπία μας πρέπει να επανακτήσουμε την ικανότητα μας να πηγαίνουμε βαθιά, «να στρεφόμαστε μακριά από τον έξω κόσμο».  

Να αντιμετωπίσουμε αυτό που υπάρχει μέσα μας. Πρώτο βήμα είναι η σύνδεση και η δημιουργικότητα.»

Όλο το δοκίμιο είναι ένας ύμνος στο τι σημαίνει να είσαι αυθεντικός σε έναν κόσμο που σε θέλει όλο και πιο ωμά  καταναλωτή και εμπόρευμα προς πώληση.

Ένα κάλεσμα στο βαθύτερο αυτού που είμαστε. 

Και νομίζω χρειαζόμαστε περισσότερα τέτοια.

πρόσφατα