
Ευχαριστώ τον Νίκο Μυλωνά για την ανοιχτή πρόσκληση σε ενδιαφερόμενα άτομα (και συλλογικότητες) να συμμετέχουν σ’ έναν διάλογο γύρω από αδιέξοδα, αντιφάσεις και προβληματισμούς που αφορούν καίρια ζητήματα του ευρύτερου ψ τοπίου.
Εδώ κάποια προοιμιακά σχόλια που ίσως συμβάλουν λιγάκι σ’ αυτόν τον διάλογο. Τα σχόλια μου εδώ είναι όντως προοιμιακά, κάποια τηλεγραφικά, κάποια αφοριστικά και αναγνωρίζω ότι χρήζουν ανάπτυξης. Σε μία δεύτερη φάση θα επιχειρήσω να το κάνω. Για λόγους οργάνωσης (δικής μου) διατήρησα τους τίτλους των 10 θέσεων που διατυπώνει ο Νίκος.
1. Τα ζητήματα της ψυχικής υγείας είναι πλέον πλειοψηφικά ζητήματα – Το πρόβλημα ωστόσο δεν είναι ότι η παλιά διάκριση-δίπολο είναι πλέον ανεπαρκής για να περιγράψει την σημερινή πραγματικότητα (en passant, πάντα ήταν ανεπαρκής και όχι μόνο ανεπαρκής, αλλά βαθιά προβληματική). Το πρόβλημα, ή έστω ένα από τα προβλήματα, είναι η συνεχιζόμενη / αυξανόμενη κατακλυσμική αποικιοποίηση της ζωής από τον λόγο και τις πρακτικές αντιμετώπισης της ψυχικής δυσφορίας. Ο ίδιος ο όρος ψυχική δυσφορία που προτίθεται να υπερβεί / να εξαλείψει ίσως, διαγνωστικές κατηγοριοποιήσεις, εξαπλώνεται παντού απενεχοποιημένος πλέον από την βασανιστική λειτουργία των δίπολων. Μόνο που τώρα εισάγει την εφιαλτική κυριαρχία ενός μοναδικού πόλου. Ολοι έχουμε ψυχική δυσφορία. “Η ψυχική δυσφορία δεν αφορά μόνο όσους βρίσκονται εντός του ψυχιατρικού συστήματος ή φέρουν κάποια διάγνωση. Αφορά τον εργαζόμενο που εξαντλείται μέσα στον ανταγωνισμό και την επισφάλεια, τον νέο άνθρωπο που αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον, την εξουθενωμένη φροντίστρια του ασθενούς με χρόνιο νόσημα, τη μαθήτρια που δίνει πανελλήνιες εξετάσεις, την ηλικιωμένη που βιώνει μοναξιά, τον μετανάστη, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα που ζουν σε έναν κόσμο έξαλλου φασισμού και μίσους, και τη γυναίκα που κακοποιείται και κινδυνεύει.” Και φυσικά αυτή η λίστα είναι μόνο ενδεικτική αλλά και σαγηνευτική στον βαθμό που προτάσσει επιλεκτικά κατηγορίες ατόμων που έχουν όντως σε διαφορετικούς βαθμούς υποστεί βάρβαρη μεταχείριση. “Το κίνημα της ψυχικής υγείας χρειάζεται να αναγνωρίσει αυτή τη μετατόπιση με αίσθημα ευθύνης.” Σ’ αυτό θα αντιπαρέθετα ότι το κίνημα ψυχικής υγείας οφείλει πρωτίστως να αντιμετωπίσει αυτήν την επεκτατική μετατόπιση ως εν μέρει παράγωγο του ίδιου του κινήματος υγείας.
2. Το κίνημα χρειάζεται μια θεωρία της ατομικής αλλαγής και ανάκαμψης – Σωστά. Δεν μπορούμε να περιμένουμε την δευτέρα παρουσία ή το ανάλογο τέλος πάντων με όρους κοινωνικής αλλαγής. Πρέπει κάτι να κάνουμε στο εδώ και τώρα. Ωστόσο κι εδώ έχω κάποιους (ανεπεξέργαστους) ενδοιασμούς. Αναρωτιέμαι αν μπορεί το όποιο κίνημα ψυχικής υγείας να επιτελέσει το έργο που χρειάζεται. Όντως τα αντι-αποικιοκρατικά κινήματα καθώς και οι σπουδές αναπηρίας (έχω πρόβλημα με τον όρο αναπηρία, αλλά αυτό δεν είναι ίσως του παρόντος) μπορούν να προσφέρουν πολύτιμα μαθήματα σε επίπεδο μιας νέας γλώσσα και νέων πρακτικών.
3. Το δίλημμα με ή χωρίς χάπια είναι ψευδοδίλλημα – Διαφωνώ ως προς τούτο: Η κριτική για τα ψ φάρμακα δεν είναι ούτε συλλήβδην ούτε επιφανειακή. Αρκετές σοβαρές έρευνες και μετα-αναλύσεις τα τελευταία τουλάχιστον 20 χρόνια έχουν αναδείξει με λεπτομέρειες τις απάτες (δεν βρίσκω καλύτερο όρο από αυτόν) που έχουν διαπράξει και συνεχίζουν να διαπράττουν οι φαρμακευτικές εταιρείες και ερευνητές πληρωμένοι από αυτές στον σχεδιασμό ερευνών αλλά και στην παρουσίαση των αποτελεσμάτων (όσο και στην παραποίηση αλλά και απόκρυψη αποτελεσμάτων). Υπάρχει μια εκτενής βιβλιογραφία που παρουσιάζει με στοιχεία την τεράστια συνεχιζόμενη απάτη και αντι-επιστημονικότητα των εν λόγω ερευνών. Το δίλημμα δεν είναι ψευδοδίλλημα γιατί κατ’ αρχήν δεν είναι με ή χωρίς χάπια, είναι με ή χωρίς ενημερωμένη συναίνεση. Αν κάποιος ενημερώνεται ενδελεχώς για τα ρίσκα και επιλέγει παρόλα αυτά να πάρει ψυχοφάρμακα, τότε μια χαρά. Βεβαίως αν κάποιος επίσης τα επιλέγει χωρίς να ενδιαφέρεται να γνωρίζει για τα ρίσκα, τότε πάλι απόλυτα σεβαστή η απόφαση του. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνεται έρευνα και έλεγχος πάνω στα αποτελέσματα που εμφανίζουν οι φαρμακευτικές και να ενημερώνεται ο κόσμος και η πολιτεία και η επιστημονική κοινότητα. Συμφωνώ ότι απαιτείται να ακούμε με σοβαρότητα και σεβασμό τις εμπειρίες των ανθρώπων που παίρνουν ψ φάρμακα και όσοι τα επιλέγουν, να έχουν απρόσκοπτη πρόσβαση σε αυτά.
4. Η ψυχοθεραπεία δεν είναι εξ ορισμού πιο απελευθερωτική από τις πρακτικές της ψυχιατρικής – Σωστά μεν, αλλά θα έλεγα εδώ σε επίπεδο διατύπωσης, ότι οι πρακτικές της ψυχιατρικής δεν είναι καθόλου απελευθερωτικές.
5. Το κίνημα πρέπει να ανοίξει τις πόρτες του σε άλλες κατηγορίες ψυχικών εμπειριών όπως η νευροδιαφορετικότητα, οι εξαρτήσεις και η παθολογικοποίηση της παιδικής ηλικίας – Οσον αφορά την νευροδιαφορετικότητα, παραπέμπω στην πολύ ενδιαφέρουσα κριτική ανάλυση του παιδοψυχίατρου (consultant in child and adolescent psychiatry) Sami Timimi. Τηλεγραφικά, η νευροδιαφορετικότητα κατασκεύασε διαφορές εκεί που δεν υπάρχουν. Γενικότερα και πάντα τηλεγραφικά, οι ψυχικές εμπειρίες είναι άπειρες. Εξάρτηση στην εξουσία, στην επιτυχία, στην καταξίωση, την επιτυχία και πάει λέγοντας και πέρα από εξαρτήσεις. Αυτό για την παθολογικοποίηση της παιδικής ηλικίας δεν το κατάλαβα. Δεν φαντάζομαι ότι ο συγγραφέας εννοεί να ανοίξουμε τις πόρτες για να συμπεριλάβουμε την παθολογικοποίηση της παιδικής ηλικίας, γιατί οι πόρτες είναι ήδη ορθάνοιχτες. Άσε που δεν υπάρχει μία παιδική ηλικία παρά μόνο στην δυτική/ευρωκεντρική φαντασίωση διαφόρων επιφανών ψ. Για να μην αναφερθώ εδώ στις άλλες ηλικίες. Οι πόρτες κι εκεί είναι ήδη ορθάνοιχτες from cradle to grave. Ας είναι. Το ζητούμενο πάντως δεν είναι να ανοίξει τις πόρτες το όποιο κίνημα, αλλά να κλείσει ο σπίτι του, να κλειδώσει τις πόρτες, να πετάξει το κλειδί και να βγει έξω.
6. Το κίνημα χρειάζεται να επεξεργαστεί εκ νέου τις θέσεις του με βάση τον μετασχηματισμό της εργασίας στον 21ο αιώνα – Επαναλαμβάνομαι κι εδώ. Δεν έχει καμία δουλειά, καμία επιστημονική αρμοδιότητα, να επανατοποθετηθεί για την εργασία, τους ιστορικούς μετασχηματισμούς της βαρβαρότητας, κοκ. Ηθικά και πολιτικά μπορεί βέβαια να τοποθετηθεί, αλλά cui bono? Για να βοηθήσει τους εργαζόμενους καλύτερα? Ήδη έχουν γίνει της της μόδας τα κέντρα υποστήριξης εργαζομένων, σαν φύλλο συκής σε όσα υπομένουν εργαζόμενοι. Δεν προτείνω εδώ να γραφεί η Κριτική του ψ λόγου α λα Καντ, εξάλλου ήδη έχουν γραφτεί έξοχες κριτικές του ψ λόγου και των ορίων του. Προτείνω ωστόσο ότι το κίνημα θα πρέπει να πάρει στα σοβαρά τα όρια του και να μάθει να σιωπά εκεί που δεν έχει τίποτα να πει.
7. Δεν υπάρχει ψυχική ανάκαμψη χωρίς το σώμα – Είναι απλώς λανθασμένο να ισχυρίζεται κάποιος ότι η κριτική στον βιολογικό αναγωγισμό εξαφανίζει το σώμα. Το αντίθετο κιόλας μπορεί να συμβαίνει και πολλές φορές όντως συμβαίνει στις άρρηκτα σχεσιακές επαν-εννοιολογήσεις του σώματος, όπως π.χ. σώμα – περιβάλλον (όπου περιβάλλον, βλέπε όχι μόνο «φυσικό περιβάλλον» αλλά και ανθρώπινο, αν και το τελευταίο ανήκει στο πρώτο, αλλά ως ιδιαίτερη κατηγορία). Ένα σύγχρονο κίνημα ψυχικής υγείας, ό,τι και να σημαίνει αυτό, δεν θα έπρεπε να παραδίδει το σώμα καθόλου στην φαρμακολογία. Σε κάθε περίπτωση το σώμα δεν ανήκει σε κανένα κίνημα για να το παραδώσει αποκλειστικά ή μόνο μερικά στην φαρμακολογία ή οπουδήποτε αλλού. Παρεμπιπτόντως, εδώ βρίσκουμε πάλι χωρίς να ονοματίζεται έτσι, το όχι και τόσο σύγχρονο βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο, αυτόν τον άθλιο συμβιβασμό (επιστημολογικά, ηθικό, πολιτικά αλλά και ¨θεραπευτικά¨) που κυκλοφορεί τα τελευταία 40+ χρόνια.
8. Χρειαζόμαστε έρευνα για καλύτερες υπηρεσίες, όχι μόνο για καλύτερα φάρμακα – “Γιατί πολλοί άνθρωποι αποφεύγουν τις υπηρεσίες; Γιατί άλλοι εγκαταλείπουν τη θεραπεία; Πώς βιώνουν οι άνθρωποι την πρώτη επαφή με ένα κέντρο ψυχικής υγείας…” τα υπαρξιακά ερωτήματα για την ίδια την δυνατότητα της φροντίδας, είναι όντως υπαρξιακά για την ίδια την δυνατότητα / ύπαρξη της φροντίδας, αλλά δεν αφορούν την ύπαρξη του ανθρώπου τον βαθμό που δεν μπορούν να φανταστούν ότι μπορεί και ίσως θέλει ο άνθρωπος να υπάρξει χωρίς την ψ φροντίδα όσο καλή και νάναι η τελευταία, όσο καλές κι αν γίνουν οι υπηρεσίες.
9. Η υπερδιάγνωση τραύματος και οι διάφορες ταμπέλες πιθανώς οδηγούν σε νέες μορφές παθολογικοποίησης – Σωστά. Από το τραύμα στην αναπτυσσόμενη βιομηχανία του τραύματος υπάρχει μεγάλη απόσταση, απόσταση που ίσως λειτουργεί στο να κανονικοποιηθεί το τραύμα και να διαλυθούν οι καταβολές του. Οσον αφορά τις διαγνώσεις, όντως για κάποιους ανθρώπους οι ψ διαγνώσεις μπορεί να προσφέρουν ανακούφιση και νόημα, όπως και η θρησκεία, αλλά και άλλα ¨εξηγητικά¨ σχήματα που προσφέρουν ταυτότητες.
10. Η σύγχρονη πόλη και η κλιματική κρίση είναι ζητήματα ψυχικής υγείας – Οχι δεν είναι. Είναι ζητήματα κοινωνικών πολιτικών, εντάσεων, αντιπαραθέσεων, αγώνων, διεκδικήσεων, παιχνιδιών ή στρατηγικών εξουσίας, κοκ. Ναι οι χώροι που ζουν οι άνθρωποι θέτουν σκληρά, πολλές φορές αμείλικτα όρια, στον τρόπο ζωής. Φυσικά αυτά τα όρια διαφέρουν δομικά και ποιοτικά για διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων που ζουν στην πόλη. Δεν υποφέρουμε όλοι το ίδιο ή απολαμβάνουμε το ίδιο τη ζωή στην πόλη. Και βέβαια δεν είναι μόνο οι σύγχρονες πόλεις, είναι και τα χωριά ή τέλος πάντων οι περιοχές (άκρως διαφοροποιημένες κι αυτές) εκτός αστικών κέντρων. Και ας μην ξεχνάμε μεγάλους πληθυσμούς αυτόχθονων ομάδων (στην λεγόμενη Λατινική Αμερική, στην Αφρική και αλλού βέβαια) ή μικρές φυλές, κοινότητες κοκ που διώκονται ανελέητα και συστηματικά. Η κλιματική κρίση (ανθρωπογενής ως επί το πλείστον αν όχι εξ ολοκλήρου) ναι επηρεάζει (σωματικά, συναισθηματικά και με άλλους ποικίλους τρόπους) διαφορικά και διαφορετικά διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, άσχετα αν μας αφορά όλους. Ολα αυτά οκ. Και ναι, χρειαζόμαστε κοινά αγαθά, καθαρό νερό, στέγαση, θρεπτικό φαγητό (για μένα θα πρεπε να είναι κοινό αγαθό) κοκ. Αυτό που όμως όντως δυσκολεύομαι να καταλάβω είναι τί μπορεί να προσφέρει ένα κίνημα ψυχικής υγείας.
Συμπερασματικά
Δεν είμαι σίγουρος τί χρειαζόμαστε. Το καταθέτω εδώ. Ωστόσο αισθάνομαι ότι δεν χρειαζόμαστε ένα κίνημα ψυχικής υγείας που μιλάει για όλα και τελικά για τίποτα. I rest my case….for now.
