
Μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Psychology of Sexual Orientation and Gender Diversity εξετάζει τη σχέση μεταξύ του διαθεματικού μειονοτικού στρες και των συμπτωμάτων κατάθλιψης σε Μαύρα, Αυτόχθονα και Έγχρωμα άτομα (Black, Indigenous and People of Color, BIPOC) με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό και ταυτότητα φύλου (Sexual and Gender Diverse, SGD). Η έρευνα των Joshua G. Parmenter, από το Πανεπιστήμιο Missouri–Columbia στις ΗΠΑ, και Aldo Barrita, από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Michigan στις ΗΠΑ, διαπιστώνει ότι οι εξωτερικοί στρεσογόνοι παράγοντες συνδέονται με αυξημένα συμπτώματα κατάθλιψης, τόσο άμεσα όσο και έμμεσα, μέσω εσωτερικών στρεσογόνων παραγόντων. Παράλληλα, αναδεικνύει τον ρόλο της σεξουαλικής ταυτότητας στη σχέση αυτή.
Τα SGD-BIPOC άτομα βρίσκονται στη διασταύρωση πολλαπλών κοινωνικών θέσεων και ταυτοτήτων, οι οποίες συνδέονται με ιδιαίτερες εμπειρίες περιθωριοποίησης. Ωστόσο, η σχετική βιβλιογραφία συχνά προσεγγίζει τις φυλετικές, εθνοτικές, σεξουαλικές και έμφυλες ταυτότητες ξεχωριστά, με αποτέλεσμα να μην αποτυπώνονται επαρκώς οι εμπειρίες των SGD-BIPOC ατόμων. Για να συμβάλει στην κάλυψη αυτού του κενού, η μελέτη αξιοποιεί τη θεωρία του μειονοτικού στρες (minority stress theory) και τη διαθεματικότητα (intersectionality), ώστε να εξετάσει ένα προκαταρκτικό μοντέλο
διαθεματικού μειονοτικού στρες.
Στο προτεινόμενο μοντέλο, οι ερευνητές εξετάζουν τη σχέση μεταξύ των διαθεματικών μικροεπιθέσεων, ως εξωτερικού στρεσογόνου παράγοντα, της σύγκρουσης αφοσιώσεων, ως εσωτερικού στρεσογόνου παράγοντα, και των συμπτωμάτων κατάθλιψης, ως έκβασης ψυχικής υγείας. Οι διαθεματικές μικροεπιθέσεις (intersectional microaggressions) αφορούν καθημερινές εμπειρίες ρατσισμού, ετεροσεξισμού και cis-σεξισμού που εκδηλώνονται στο άμεσο κοινωνικό περιβάλλον του ατόμου, τόσο στην κυρίαρχη ετεροκανονική κουλτούρα όσο και εντός των LGBTQ+ και BIPOC κοινοτήτων. Η σύγκρουση αφοσιώσεων (conflicts in allegiances, CiA) αποτελεί μια μορφή εσωτερικής σύγκρουσης, κατά την οποία τα άτομα αισθάνονται ότι πρέπει να διαχωρίσουν τις SGD και BIPOC ταυτότητές τους σε συνθήκες κοινοτικής πίεσης και αποκλεισμού.
Παράλληλα, οι ερευνητές διερευνούν αν η σχέση μεταξύ των διαθεματικών μικροεπιθέσεων και των συμπτωμάτων κατάθλιψης διαφοροποιείται ανάλογα με τη σεξουαλική ταυτότητα. Στο πλαίσιο αυτό, διακρίνουν τη σεξουαλική ταυτότητα σε πλουρισεξουαλική (plurisexual), η οποία περιλαμβάνει την έλξη προς περισσότερα από ένα φύλα, και μονοσεξουαλική (monosexual), η οποία αφορά την έλξη προς ένα φύλο.
Στη μελέτη συμμετείχαν 418 άτομα, ηλικίας 18 ετών και άνω, με διαφορετικές φυλετικές, εθνοτικές, σεξουαλικές και έμφυλες ταυτότητες. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε από τον Σεπτέμβριο του 2020 έως τον Οκτώβριο του 2021, μέσω ανώνυμων διαδικτυακών ερωτηματολογίων. Στις κύριες στατιστικές αναλύσεις συμπεριλήφθηκαν τελικά 390 άτομα.
Οι συμμετέχοντες απάντησαν σε ερωτήσεις αυτοαναφοράς σχετικά με τις εμπειρίες διαθεματικών μικροεπιθέσεων, τη σύγκρουση αφοσιώσεων και τα συμπτώματα κατάθλιψης. Για την αξιολόγηση των τριών μεταβλητών χρησιμοποιήθηκαν, αντίστοιχα, η κλίμακα LGBT-PCMS (Lesbian, Gay, Bisexual, Transgender People of Color Microaggressions Scale), η υποκλίμακα CiA της Culture and LGB Identity Scale και το ερωτηματολόγιο PHQ-9 (Patient Health Questionnaire-9).
Για την ανάλυση των δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν δύο στατιστικά μοντέλα. Αρχικά, πραγματοποιήθηκε ανάλυση διαμεσολάβησης, προκειμένου να εξεταστεί αν η σύγκρουση αφοσιώσεων διαμεσολαβεί στη σχέση μεταξύ των διαθεματικών μικροεπιθέσεων και των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Στη συνέχεια, εφαρμόστηκε ένα μοντέλο ρυθμιζόμενης διαμεσολάβησης, ώστε να διερευνηθεί αν η άμεση σχέση μεταξύ των μικροεπιθέσεων και των συμπτωμάτων κατάθλιψης διαφοροποιείται μεταξύ πλουρισεξουαλικών και μονοσεξουαλικών συμμετεχόντων.
Τα αποτελέσματα της πρώτης ανάλυσης έδειξαν στατιστικά σημαντικές θετικές σχέσεις μεταξύ των διαθεματικών μικροεπιθέσεων και της σύγκρουσης αφοσιώσεων, καθώς και μεταξύ της σύγκρουσης αφοσιώσεων και των συμπτωμάτων κατάθλιψης. Παράλληλα, οι μικροεπιθέσεις συνδέθηκαν άμεσα και θετικά με τα τελευταία. Η άμεση αυτή σχέση παρέμεινε στατιστικά σημαντική ακόμη και μετά τη συμπερίληψη της σύγκρουσης αφοσιώσεων στο μοντέλο, υποδεικνύοντας μερική διαμεσολάβηση.
Η ανάλυση ρυθμιζόμενης διαμεσολάβησης ανέδειξε στατιστικά σημαντική σχέση μεταξύ της σεξουαλικής ταυτότητας και των συμπτωμάτων κατάθλιψης, καθώς και σημαντική αλληλεπίδραση μεταξύ της σεξουαλικής ταυτότητας και των διαθεματικών μικροεπιθέσεων. Ειδικότερα, όταν οι διαθεματικές μικροεπιθέσεις ήταν περισσότερες, η πλουρισεξουαλική ταυτότητα, σε σύγκριση με τη μονοσεξουαλική, συνδεόταν με υψηλότερα επίπεδα κατάθλιψης. Η περαιτέρω ανάλυση έδειξε ότι η σχέση μεταξύ των διαθεματικών μικροεπιθέσων και της κατάθλιψης ήταν στατιστικά σημαντική στους πλουρισεξουαλικούς, αλλά όχι στους μονοσεξουαλικούς συμμετέχοντες.
Η μελέτη παρουσιάζει ορισμένους βασικούς περιορισμούς. Αρχικά, ο διατομεακός (cross-sectional) σχεδιασμός της δεν επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων για αιτιώδεις σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών. Επιπλέον, το προτεινόμενο μοντέλο επικεντρώθηκε σε συγκεκριμένους στρεσογόνους παράγοντες και συμπτώματα, χωρίς να εξετάζει άλλους πιθανούς μηχανισμούς ή ψυχολογικές εκβάσεις. Η περιορισμένη διερεύνηση των διαφορών μεταξύ επιμέρους εθνοφυλετικών, σεξουαλικών και έμφυλων ομάδων δυσχεραίνει την κατανόηση της ετερογένειας των εμπειριών τους και περιορίζει τη γενικευσιμότητα των ευρημάτων. Τέλος, η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε κατά την πανδημία COVID-19, μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από αυξημένη ψυχολογική δυσφορία και ρατσιστική καταπίεση, γεγονός που χρειάζεται να ληφθεί υπόψη κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων.
Παρά τους περιορισμούς της, η μελέτη συμβάλλει στην επέκταση της θεωρίας του μειονοτικού στρες των SGD-BIPOC ατόμων σε τρία βασικά σημεία. Πρώτον, εξετάζει διαθεματικές μορφές καταπίεσης, αντί να αντιμετωπίζει τον ρατσισμό και τον ετεροσεξισμό ως ανεξάρτητους στρεσογόνους παράγοντες. Δεύτερον, αναδεικνύει τη σύγκρουση αφοσιώσεων ως έναν εσωτερικό στρεσογόνο παράγοντα που συνδέει τις διαθεματικές μικροεπιθέσεις με τα συμπτώματα κατάθλιψης. Τρίτον, στρέφει την προσοχή στις ιδιαίτερες εμπειρίες των πλουρισεξουαλικών BIPOC ατόμων, συμβάλλοντας στην κάλυψη ενός μέχρι σήμερα ανεπαρκώς διερευνημένου πεδίου.
Κλείνοντας, οι συγγραφείς αναδεικνύουν την αξία των διαθεματικών προσεγγίσεων, όχι μόνο για να κατανοήσουμε καλύτερα την ψυχική υγεία των SGD-BIPOC ατόμων, αλλά και για να εξετάσουμε κριτικά τα συστήματα που παράγουν και συντηρούν την καταπίεσή τους. Η κριτική αυτή επεκτείνεται και στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε επιστημονικά αυτούς τους πληθυσμούς. Η κατανόησή τους δεν μπορεί να εξαντλείται στην καταγραφή των διακρίσεων και των δυσκολιών, αλλά χρειάζεται να περιλαμβάνει και την ανθεκτικότητα, τις δυνάμεις και τις πηγές στήριξής τους. Εξίσου σημαντικό είναι να μην ερμηνεύονται οι εμπειρίες αυτές αποκλειστικά μέσα από κυρίαρχες δυτικές οπτικές, αλλά να αναγνωρίζονται οι γνώσεις των ίδιων των κοινοτήτων, ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αποαποικιοποίησης και αποκέντρωσης της επιστημονικής γνώσης.
Η μελέτη
Parmenter, J. G., & Barrita, A. (2026). A preliminary model of intersectional minority stress among sexual and gender diverse Black, Indigenous, and People of Color. Psychology of Sexual Orientation and Gender Diversity, 13(2), 207–217. https://doi.org/10.1037/sgd0000748
