Η ψυχοπολιτική της ψυχοθεραπείας και η θέση της ψυχανάλυσης: Σε ποιον ανήκει η ψυχή;

Une leçon clinique à la Salpêtrière. André Brouillet (1887)

Οι πολλαπλές πιέσεις για τη θεσμοθέτηση της ψυχοθεραπείας στην Ελλάδα την παρούσα φάση έχει ανοίξει μία συζήτηση με πολλούς ομιλητές, αλλά όχι συνομιλητές. Η συνεχής διελκυστίνδα για το ποιος δικαιούται να ασκήσει ψυχοθεραπεία αρθρώνει έριδες μεταξύ επαγγελματιών ψυχικής υγείας. Όμως, το μεγαλύτερο μέρος των διαπραγματεύσεων στηρίζεται στην οχύρωση κάθετων επαγγελματικών δικαιωμάτων, το οποίο είναι μια άλλη συζήτηση, παρά στην παροχή αξιοπρεπών υπηρεσιών με απελευθερωτική και απαρτιωτική κατεύθυνση για τους ίδιους τους λήπτες (Lacan, 1966; Winnicott, 1967).

Η συζήτηση δεν είναι ξένη στην κοινότητα των ομιλουσών θεραπειών (talking cure). Αντίθετα, απασχόλησε στην ψυχαναλυτική κοινότητα της Βιέννης ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα ως τις  αρχές του 20ου, όταν η ψυχανάλυση άρχισε να γίνεται ευρέως αποδεκτή. Έτσι, εκτός από τους γιατρούς άρχισαν να γίνονται ψυχαναλυτές ανθρωπολόγοι (π.χ. Géza Róheim), παιδαγωγοί (π.χ. Hermine Hug-Hellmuth), κοινωνικοί λειτουργοί (π.χ. August Aichhorn) κ.ά. Αυτή η κατάσταση κινητοποίησε αντανακλαστικά περιχαράκωσης των ορίων της ιατρικής, καθώς μία θεραπεία γεννημένη από έναν ιατρό-νευροανατόμο ξεκίνησε να περνάει στα χέρια αλλότριων από την ιατρική επιστήμη ειδικοτήτων. Όσο οι ψυχαναλυτικοί κύκλοι της Βιέννης διχάζονταν, το 1926 ο S. Freud εκδίδει απαντώντας τους το «Die Frage der Laienanalyse», δηλαδή «Το ζήτημα της ανάλυσης από μη γιατρούς» ή «Το ζήτημα της ανάλυσης από μη ειδικούς», σύμφωνα με τις δύο υπάρχουσες εκδόσεις στα ελληνικά (Freud, 2008, 2019). Ο ίδιος διατείνεται, πως «δεν το θεωρούμε καθόλου επιθυμητό η ιατρική να καταπιεί την ψυχανάλυση και η πρώτη να αναπαυθεί οριστικά σε κάποιο εγχειρίδιο ψυχιατρικής, στο κεφάλαιο “Θεραπείες”, δίπλα από μεθόδους όπως η υπνωτική υποβολή, η αυθυποβολή και η πειθώ που, γεννημένες από την άγνοιά μας, οφείλουν τα βραχύβια αποτελέσματά τους στη νωθρότητα και τη δειλία της ανθρωπότητας» (Freud, 2019: 118). Ακόμη, σε όλο το έργο αυτό παρουσιάζεται η συμβολή της τέχνης, της ανθρωπολογίας, της γλωσσολογίας, της θρησκειολογίας και των κοινωνικών επιστημών στην ψυχανάλυση παρά η ψυχοπαθολογία, μιας και τα συμπτώματα ορίζονται ως οι ασυνείδητοι συμβιβασμοί/συναρμογές μεταξύ της ενικής επιθυμίας του αναλυόμενου (ατομικό) και των επιβαλλόμενων προς αυτόν απαγορεύσεων (συλλογικό) (Freud, 2019, 2017). Επομένως, η ασυνείδητη διάσταση των συμπτωμάτων, που περιλαμβάνει τόσους πολλούς τομείς, εγείρει αμφιθυμίες για το ποιος θεωρείται ειδικός για τη θεραπεία των ψυχικών διαταραχών ή, καλύτερα, τη διεργασία των ψυχικών φαινομένων (Freud, 2019). Έτσι, το πεδίο αυτό από τον ίδιο τον επινοητή του καθίσταται διεπιστημονικό (interdisciplinary) και υπερεπιστημονικό (transdisciplinary) (Berman, 2023; Frosh, 2018). Η τομή-λύση στο ζήτημα αυτό δίνεται πάλι από τον ίδιο, λέγοντας «Η ανάλυση στην οποία πρέπει να υποβληθούμε όλοι οι υποψήφιοι ενός ινστιτούτου διδασκαλίας της ανάλυσης είναι ταυτόχρονα ο καλύτερος δρόμος για να σχηματίσουμε μια άποψη για την προσωπική τους έφεση στην άσκηση αυτού του απαιτητικού επαγγέλματος» (Freud, 2019: 113). Με επίκαιρους όρους, εκείνος που εξουσιοδοτείται να πάρει θέση για παρεχόμενες υπηρεσίες είναι ο ίδιος ο λήπτης τους (Beresford, 2016). Αντίστοιχα, τον αντίλογο για την ποιότητά τους θα πρέπει να τον κάνει, πάλι, εκείνος που έχει εμπειρία από αυτές. Εξ ου, συμπληρώνει ο S. Freud για όσους ερίζουν, ότι «Θα πρέπει να μάθουν να κατανοούν την ανάλυση ακολουθώντας τον μοναδικό δρόμο που είναι δυνατός, να υποβληθούν δηλαδή και οι ίδιοι σε ανάλυση» (Freud, 2019: 119).

Στο έργο του S. Freud, που παρατέθηκε, γίνεται αναφορά ήδη από το 1926 στη γνώση από τη βιωμένη εμπειρία εκτός από την επιστημονική παρατήρηση. Με το πέρασμα των χρόνων, απασχόλησαν ξανά την ψυχανάλυση οι κανονιστικές και εξουσιαστικές επιτελέσεις της επιστήμης μέσω της λειτουργίας του Λόγου του Πανεπιστημίου, που εισήγαγε και μελέτησε ο J. Lacan. Αυτού του είδους ο λόγος, για να παραγάγει γνώση, χρειάζεται να απευθύνει το βλέμμα της παρατήρησής του προς ένα παρατηρούμενο αντικείμενο. Επομένως, αντικειμενοποιεί, ταξινομεί και κατατέμνει, δηλαδή κομματιάζει, ώστε να εξειδικεύσει τη γνώση του ο επιστήμονας (Λακάν, 2014). Ο ίδιος τότε και τώρα μπορεί να ερίζει για την κατοχή της ψυχής, αλλά τον δεσμεύει η ιστορία της ψυχιατρικής. Η τελευταία έως να έρθει σε επαφή με την ψυχανάλυση της διεπιστημονικότητας και του έκδηλου-λανθάνοντος περιεχομένου το μόνο που επεφύλασσε στην ψυχή ήταν τα άσυλα των εγκαθείρξεων (Berman, 2023; Freud, 2018; Φουκώ 2004). Η πιο προοδευτική πρακτική αναγκαζόταν να είναι η εξέταση υπό μορφή επίδειξης στην οποία προέβαινε ο  Jean-Martin Charcot (1825-1893) και μαρτυρά ο πίνακας του André Brouillet.

«Η επιστροφή στον Freud», επομένως, δεν είναι ένα απλό ευφυολόγημα, κρατά ανοιχτό το διάλογο για τις ασυνείδητες διεργασίες των υποκειμένων, που δημιουργούν περιεχόμενο στην εκφερόμενη συμπεριφορά τους. Αυτό από μόνο του κάνει το πεδίο διευρυμένο και θα καταρρακωθεί αν εσωκλειστεί στην ευχέρεια μερικών ειδικοτήτων, χάνοντας τις πολυεπίπεδες και πολλαπλές προσεγγίσεις του. Άλλωστε, ο J. Lacan δεν έκανε τυχαία την παραπάνω δήλωση. Εξέφρασε την αντίρρησή του στην Ψυχολογία του Εγώ και τον ανναφροϋδισμό, που αψηφούσαν τις ασυνείδητες διαστάσεις των ανθρώπινων φαινομένων και εστίαζε στο Εγώ ως κύριο συγκρατητικό παράγοντα του ψυχισμού, χάνοντας το βάθος του (Λακάν, 2005). Αυτή η συνθήκη άνοιξε το χώρο για τον αποικισμό των λοιπών ψυχοθεραπειών στην ψυχική υγεία. Κινδύνευσε, συνεπώς, να παραγκωνιστεί ο λόγος, που η ανθρωπότητα εφηύρε την ψυχανάλυση, δηλαδή το ασυνείδητο. Εκείνο, όμως, έσωσε τον ψυχικό πόνο από το θετικισμό και μας υπέδειξε πως αυτό που κάνει κάποιον αναλυτή είναι η δική του ανάλυση, μαθαίνοντας να ακροάται και παραμερίζοντας το Εγώ του. Κάθε άλλη προσέγγιση ανάγει τον ειδικό σε κυνηγό με όπλο τις Evidence-Based Therapies, στις οποίες τα συμπτώματα εξαλείφονται και δεν νοηματοδοτούνται, προκειμένου να μετασχηματιστούν. Χωρίς νόημα και συμβολισμό τα συμπτώματα τίθενται χωρίς πλαίσιο, δηλαδή ως ατομική παθολογία. Έτσι, θεμελιώνεται ένας νέος ψυχοπολιτικός νεοφιλελευθερισμός μέσω των παρεχόμενων υπηρεσιών (Burgoyne, 2000; Beresford, 2016). Αποκλειστικά τότε αποκτούν αξία τα ταξινομικά εγχειρίδια, εκπαιδεύοντας τους λήπτες στην εσωτερίκευση των κατηγοριοποιήσεών τους και, άρα, στην εξουσία, για να θεραπευτούν (Beresford, 2016). Αυτή η δομική διαφορά με την ψυχανάλυση έκανε τον J. Lacan να αναφωνήσει στο 10ο Σεμινάριο «Δεν ακολούθησα το δογματικό μονοπάτι παραδίδοντάς σας μία γενική θεωρία των συναισθημάτων (affects) πριν σας μιλήσω για το άγχος. Γιατί; Επειδή εδώ δεν είμαστε ψυχολόγοι, είμαστε ψυχαναλυτές» (Lacan, 2014: 14). Λέγεται, πως ο θετικισμός του ψυχολογισμού ήταν από τα λίγα ζητήματα που θύμωναν τον J. Lacan, θεωρώντας τον παραπλανητικό και ασύμβατο με την ψυχανάλυση (Parker, 2003).

Ταυτόχρονα, στην τρίτη θεμελίωση της ψυχανάλυσης του ασυνειδήτου ως ομαδικό μόρφωμα ο René Kaës ορίζει το μεταπλαίσιο ή πλαίσιο του πλαισίου, που λαμβάνει χώρα η θεραπευτική διαδικασία. «Οποιοδήποτε πλαίσιο είναι πλαισιωμένο από ένα πλαίσιο που το εμπεριέχει, το υποστηρίζει, το καταπατεί ή το εμποδίζει» (Καές, 2009: 93). Ο ίδιος κάνει σχετικές αναγωγές στους θεσμούς και συμπληρώνει, πως χρήζει ανάλυσης η σχέση του θεραπευτικού πλαισίου με το θεσμικό. Πολλές φορές προκύπτει ανταγωνισμός ή καταστροφικότητα και απαιτείται επαναπροσδιορισμός της μεταξύ τους αλληλεπίδρασης. Ο δεσμός της ιδεολογίας του θεσμού και της ψυχαναλυτικής πράξης χρειάζεται σε αυτό το σημείο να τονιστεί, καθώς η πρώτη επιφορτίζει με δυναμικά τη δεύτερη λόγω τις συνεχούς τροφοδότησης συλλογικών μορφωμάτων στον ψυχισμό (Καές, 2009; Kaës, 2019).

Αυτού του είδους οι οντότητες δε είναι άμοιρες των κοινωνικο-ιστορικών και των ψυχο-/βιοπολιτικών συγκυριών τους, όταν αυτές πιθανώς παράγουν άστοχες προδιαγραφές πραγματοποίησης της θεραπευτικής πρακτικής. Μία κατάληξη για τη θεσμοθέτηση της ψυχοθεραπείας, που να παραβλέπει την παροχή αξιόλογων υπηρεσιών και να καταλήγει να απομονώνει την ειδίκευση αυτή από τη διε-/υπερεπιστημονικότητα, θα ήταν ακρωτηριαστική. Ο διαθεματικός πλουραλισμός ανέδειξε τις ασυνείδητες διαστάσεις του ψυχικού πόνου και πώς διακλαδώνεται εντός της εμπειρίας του αναλυόμενου/λήπτη (service users’ experience). Κάθε άλλο μπορεί να μας θυμίσει την τύχη της ομοφυλοφιλίας, της τρέλας, του μαύρου δέρματος ή των γυναικών που προσέγγισαν υπηρεσίες και θεσμούς χωρίς τις ανάλογες ως προς την εμπειρία τους ευρύτερες διαστάσεις και προσεγγίσεις. Εμπειρία έξω από ένα εμπεριεκτικό, συμπεριληπτικό κλινικό πλαίσιο και μεταπλαίσιο δεν μπορεί να γίνει κατανοητή και αυτός είναι πρώτα απ’ όλα ένας βασικός λόγος που προστρέχουν οι άνθρωποι για θεραπεία. Στο «4.48 Psychosis» λέει η θεατρική συγγραφέας με ψυχιατρική εμπειρία Sarah Kane το εξής· «Σε παρακαλώ. Μην με αποθαρρύνεις προσπαθώντας να με “φτιάξεις”. Άκου και κατάλαβε» (Kane, 2001: 213).

Βιβλιογραφία

Beresford, P. (2016). From psycho-politics to mad studies: learning from the legacy of Peter Sedgwick. Critical and Radical Social Work, 4(3), pp. 343–355. doi:10.1332/204986016X14651166264237

Berman, J. (2023). Psychoanalysis: An Interdisciplinary Retrospective. New York: State University of New York Press.

Burgoyne, B. (2000). What is a Psychoanalyst? UKCP Conference on ‘The Future of Psychoanalysis’.

Freud, S. (2008). Το ζήτημα της ανάλυσης από μη γιατρούς. (Ε. Βαϊκούση, Μεταφρ.) Αθήνα: Πλέθρον.

Freud, S. (2017). Αναστολή, σύμπτωμα και άγχος. (Σ. Γ. Τσούτση, Επιμ., & Ν. Μυλωνά, Μεταφρ.) Αθήνα: Νίκας Ελληνική Παιδεία Α.Ε.

Freud, S. (2018). Η ερμηνεία των ονείρων. (Β. Πατσογιάννης, Μεταφρ.) Αθήνα: Νίκας Ελληνική Παιδεία Α.Ε.

Freud, S. (2019). Το ζήτημα της ανάλυσης από μη ειδικούς. (Σ. Γ. Τσουτση, Επιμ., & Ν. Μυλωνά, Μεταφρ.) Αθήνα: Νίκας Ελληνική Παιδεία Α.Ε.

Frosh, S. (2018). Rethinking psychoanalysis in the psychosocial. Psychoanalysis Culture and Society, 23(1), pp. 5-14. doi:10.1057/s41282-018-0072-5

Kaës, R. (2019). Η Ιδεολογία. Το Ιδεώδες, η Ιδέα, το Είδωλο. (Κ. Ναυρίδης, Μεταφρ.) Αθήνα: Παπαζήση.

Kane, S. (2001). 4.48 Psychosis. In S. Kane, & D. Greig, Sarah Kane: Complete Plays: Blasted; Phaedra’s Love; Cleansed; Crave; 4.48 Psychosis; Skin (pp. 203-246). London: Bloomsbury Publishing PLC.

Lacan, J. (1966). Ecrits. Paris: Seuil.

Lacan, J. (2014). Anxiety: The Seminar Of Jacques Lacan (book X). (J. A. Miller, Ed., & A. R. Price, Trans.) Cambridge: Polity edition.

Parker, I. (2003). Jacques Lacan, Barred Psychologist. Theory & Psychology, 13(1), pp. 95–115. doi:10.1177/0959354303013001764

Winnicott, D. W. (1967). Playing and Reality. London: Routledge.

Καές, Ρ. (2009). Ένας πληθυντικός ενικός: Η ψυχανάλυση στη δοκιμασία της ομάδας. (Ν. Δυοβουνιώτου, Μεταφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.

Λακάν, Ζ. (2005). Λειτουργία και πεδίο της ομιλίας και της γλώσσας στην ψυχανάλυση. (Ν. Μπλανσέ-Λινάρδου, & Ρ. Μπλανσέ, Μεταφρ.) Αθήνα: Εκκρεμές.

Λακάν, Ζ. (2014). Σεμινάριο 17ο: Το αντίστροφο της ψυχανάλυσης. (Δ. Βεργέτις, Ν. Πετρέση, Β. Σκολίδης, Επιμ., Ν. Πετρέση, Ν. Κατσογιάννη, & Φ. Σιατίτσας, Μεταφρ.) Αθήνα: Ψυχογιός.

Φουκώ, Μ. (2004). Η ιστορία της τρέλας. (Φ. Αμπατζόγλου, Μεταφρ.) Αθήνα: Ελληνικές Εκδόσεις.

πρόσφατα